Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

Δημήτρη Χατζή : Το διπλό βιβλίο


"Ο συγγραφέας της υπέρβασης"...
Ο Δημήτρης Χατζής ως πολιτικός διανοούμενος, αν και πρώτιστα εκφράζεται ως λογοτέχνης και φιλόλογος, διέθετε μια οξεία αίσθηση των πολιτικών πραγμάτων, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στις μετατοπίσεις και στους αναπροσανατολισμούς που συντελούνταν στη σκέψη και στην πρακτική της Αριστεράς. Σπεύδω να διευκρινίσω ότι από τη σκοπιά των κοινωνικών και πολιτικών ιδεών θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί η εξής υπόθεση εργασίας:
α) στο λογοτεχνικό του έργο είναι περισσότερο από προφανής η πολιτική διάσταση, αρκεί να ληφθούν υπόψη και να καταγραφούν με πληρότητα οι αναγκαίες διακυμάνσεις και μεταθέσεις των ιδεολογικών του αναζητήσεων που ανιχνεύονται από τη δημοσίευση της Φωτιάς (1946) ως το Διπλό βιβλίο (1976)·
β) ο Χατζής, με κάποιες αυξομειώσεις, είχε κατακτήσει μια αυθύπαρκτη παρουσία ως πολιτικός διανοούμενος που εγγράφεται βέβαια στη συνολικότερη πορεία της Αριστεράς·
γ) οι δύο αυτές πτυχές, μολονότι εμφανίζονται ενιαίες και ομοιογενείς, απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση για την ανάδειξη της ιδιοσυστασίας τους. Εδώ θα επιμείνω στην ανασυγκρότηση των αναβαθμών διαμόρφωσης του Χατζή ως πολιτικού διανοουμένου, χωρίς βέβαια να ελαχιστοποιώ το γεγονός ότι ο ίδιος δημιουργεί πρώτιστα ως λογοτέχνης και ως φιλόλογος.


Ο Δημήτρης Χατζής γεννήθηκε στα Ιωάννινα το Νοέμβριο του 1913. Ο πατέρας του Γεώργιος Χατζής, ήταν διηγηματογράφος, λόγιος και παλαμικός ποιητής, γνωστός με το ψευδώνυμο Πελλερέν. Ήταν επίσης εκδότης της εφημερίδας «Ηπειρος».Παρακολούθησε εγκύκλια μαθήματα στην Ιόνιο Σχολή της Αθήνας μαζί με τον αδερφό του Άγγελο, τα οποία όμως διέκοψε μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα του το 1930 και επέστρεψε στην γενέτειρά του. Εκεί ανέλαβε τη συνέχιση της έκδοσης της εφημερίδας και τη συντήρηση της οικογενείας του. Τέλειωσε το Γυμνάσιο στη Ζωσιμαία Σχολή και γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Τις σπουδές του δεν τις ολοκλήρωσε ποτέ λόγω οικονομικών δυσχερειών.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το 1936 συνελήφθη από την Μεταξά και μετά από βασανιστήρια εξορίστηκε στη Φολέγανδρο. Λίγους μήνες αργότερα αφήνεται ελεύθερος και εγκαθίσταται στην Αθήνα. Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 κατετάγη αλλά δεν στάλθηκε στο μέτωπο.
Την περίοδο της Κατοχής συμμετείχε στη λειτουργία του παράνομου τυπογραφείου του ΕΑΜ στην Καλλιθέα αρθρογραφώντας και διορθώνοντας άρθρα σε εφημερίδες όπως η «Ελεύθερη Ελλάδα» και ο «Απελευθερωτής». Αρθρογραφούσε ακόμη στον επίσης παράνομο Ριζοσπαστη. Εργάστηκε επίσης στο τυπογραφείο του βουνού.
Το 1947 επιστρατεύτηκε στα Ιωάννινα, ενώ το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς εξορίζεται στην Ικαρία. Το Μάρτιο του επόμενου έτους εντάχτηκε στο Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδας δημοσιεύοντας ανταποκρίσεις και διηγήματα στα έντυπά του. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους έμαθε την καταδίκη του αδερφού του Άγγελου από το Έκτακτο Στρατοδικείο και την εκτέλεσή του.
Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το Έκτακτο Στρατοδικείο τον καταδικάζει δις εις θάνατον για λιποταξία και έτσι αναγκάζεται να καταφύγει στο εξωτερικό. Πρώτοι του σταθμοί ήταν η Ουγγαρία και η Ρουμανία. Στη Βουδαπέστη σπούδασε βυζαντινή και μεταβυζαντινή ιστορία και λογοτεχνία, ενώ αρθρογραφούσε και στην εφημερίδα του κομμουνιστικού κόμματος.
Ο βυζαντινολόγος Ιούλιος Μοράβσικ τον βοηθά να κερδίσει υποτροφία για την Ακαδημία Επιστημών του Ανατολικού Βερολίνου, όπου εργάζεται σαν ερευνητής. Το 1962 ολοκληρώνει στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου τη διατριβή του με θέμα «Μονωδίες για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους». Το ίδιο έτος επιστρέφει στη Βουδαπέστη, όπου διορίζεται βοηθός στην έδρα της Βυζαντινής Φιλολογίας, ενώ ιδρύει και το Νεοελληνικό Ινστιτούτο. Παράλληλα επιμελείται την έκδοση έργων νεοελληνικής λογοτεχνίας στην ουγγρική γλώσσα.
Μετά τα γεγονότα του Μάη του '68 επιθυμεί να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Η αστυνομία όμως τον πιέζει να ζητήσει πολιτικό άσυλο, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στη Βουδαπέστη. Αρνείται ωστόσο να λάβει την ουγγρική υπηκοότητα παρά τις προτάσεις που του έγιναν, παραμένοντας άπατρις.
Μετά την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών επιστρέφει το Νοέμβριο του 1974 στην Ελλάδα. Αναγκάζεται όμως να εγκαταλείψει ξανά τη χώρα λόγω της μη νομοθετικής ρύθμισης σχετικά με την καταδίκη του. Τον Ιούνιο του επόμενου έτους του δίνεται χάρη και επιστρέφει οριστικά στην πατρίδα του.
Το ακαδημαϊκό έτος 1975-1976 προσκαλείται να διδάξει νεοελληνικό πολιτισμό και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Η μη επικύρωση του διορισμού του λόγω των μη εκπληρωμένων στρατιωτικών του υποχρεώσεων έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή των μαθημάτων αλλά και διαδηλώσεις των φοιτητών.
Από το 1975 δίνει πλήθος διαλέξεων και συμμετέχει σε συζητήσεις. Από το 1980 μέχρι το θάνατό του εκδίδει το περιοδικό «Στίγμα».
Παντρεύτηκε με την αρχαιολόγο Καίτη Αργυροκαστρίτου και απέκτησαν μία κόρη, την Αγγελίνα.
Το Μάρτιο του 1981 αρρωσταίνει από καρκίνο των βρόγχων και πεθαίνει το 4 μήνες αργότερα στις 20 Ιουλίου του 1981 σε σπίτι φίλων του στη Σαρωνίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: