Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

Μ. Καραγάτση : Γιούγκερμαν

Ο Γιούγκερμαν είναι Φινλανδός (Βασίλη Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν). Οι αναστατώσεις του πολέμου τον έφεραν από τη βόρεια χώρα του -όπου αν και ήταν ακόμα πολύ νέος έζησε κι όλας μια πολυτάραχη ζωή- στην Ελλάδα.
Φθάνει ένα πρωί στον Πειραιά σαν ναυάγιο. Κατορθώνει να προσληφθεί σαν υπάλληλος σε μια τράπεζα. Η γλωσσομάθεια του, η καπατσοσύνη του, το θέλγητρο που εξασκεί επάνω σε όσους τον πλησιάζουν, τον ωθούν ν' ανεβεί με άλματα τους αναβαθμούς της ιεραρχίας και ύστερα από μερικά χρόνια να γίνει ένας από τους βασικούς παράγοντες της οικονομικής ζωής του τόπου, ένας από τους πιο περίβλεπτους και φαντακτερούς τύπους της κοσμικής ζωής του Πειραιά, των Αθηνών, της Θεσσαλονίκης.
Ακτινοβολεί σε όλη την Ελλάδα. Όταν την αντιπροσωπεύει σε συνέδρια στο εξωτερικό και εκεί θαμπώνει.
Όμως θα παραμείνει ένας άνθρωπος πολύ δυστυχισμένος, παραδαρμένος. Την κοπέλα που την πρωτοείδε μέσ' από μια κλειδαρότρυπα ν' αντιστέκεται στον πρώτο ερωτικό εναγκαλισμό (ο Καραγάτσης συχνά παρεμβάλλει πικάντικα και εντυπωσιακά επεισόδια, ίσως γιατί αυτά τον βοηθούν να προσδώσει ζωηρότητα στην αφήγηση του και να εντείνει την έλξη της απάνω στον αναγνώστη)... —αλλά εγώ πιστεύω προπάντων - γιατί μέσω του ιδιότυπου και του εξαιρετικού, νομίζει ότι θα μπορέσει πληρέστερα να εξερευνήσει τον άνθρωπο —λες κι είναι δυνατό, να φθάσει κανείς στον κατευνασμό και τη κατανόηση που προηγείται των παθών του!...) και η οποία αργότερα τον αγάπησε παράφορα, έως τον θάνατο, και που κι αυτός θα μπορούσε να την είχε αγαπήσει τρυφερά, όμως δεν την κράτησε κοντά του, γιατί τον απομάκρυναν απ' αυτήν, η κοχλαστική και τρικυμισμένη του ιδιοσυγκρασία, η ανησυχία του, η ακόρεστη του επιθυμία για δράση και για επίδειξη.
Η κοπέλα θα πεθάνει και στο πλευρό του θα επιστρέψει η Φινλανδή γυναίκα του που την είχε εγκαταλείψει στη Βορινή χώρα του.
Μαζί της δεν είχε ποτέ κανέναν ψυχικό δεσμό. Την παντρεύτηκε γιατί έμπλεξε και ποτέ δεν έδωσε σημασία στ' αυτό το γάμο. Ούτε τη συλλογιζότανε πια. Αλλ' η φήμη του έφθασε έως την Φινλανδία κι εκείνη κυνημένη από λόγους συμφέροντος, ήρθε να τον βρει και εγκαταστάθηκε με το έτσι θέλω σο σπίτι του. Θα τον απατήσει όσο την απατά κι αυτός.
Αυτός ο κυρίαρχος στην κοινωνία, δεν μπορεί, προπάντων δεν θέλει - από αναμελιά κι αδιαφορία, καθόλου να επιβληθεί στην οικογένεια του. Η κόρη του θα καταντήσει πόρνη κι ο γιος του καταχραστής. Δεν έχει την επιτηδειότητα του πατέρα του και θα συλληφθεί. Θα ρέψει στη φυλακή.
Τελικά ο Γιούγκερμαν όταν γέρασε, αισθάνεται τις δυνάμεις να φθίνουν, υποχρεώνεται να παραιτηθεί από τη δραστηριότητα του - που τον συνάρπαζε στη δίνη της και τον μεθούσε, να γυρίσει την πατρίδα του με την πικρή γεύση της μοναξιάς και της ματαιότητας στο στόμα του - ένα ψυχικό ράκος, ένα ναυάγιο, όπως ήταν όταν έφθασε στην Ελλάδα, αλλά τότε δεν το καταλάβαινε γιατί είχε ή πίστευε ότι είχε, την δυνατότητα να σωθεί.
Και πραγματικά, τα εξωτερικά φαινόμενα δείχνουν ότι σώθηκε, αλλά τι ωφελεί; Η στερνή έκφραση της φυσιογνωμίας του θα είναι 'κείνη της αηδίας, και της συνείδησης της


Ο Μ. Καραγάτσης (1908- 14 Σεπτεμβρίου 1960) ήταν πεζογράφος, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της "Γενιάς του '30". Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Ροδόπουλος. Το ψευδώνυμο Καραγάτσης προήλθε από το δέντρο πτελέα ή καραγάτσι: στο εξοχικό της οικογένειάς του στη Ραψάνη της Θεσσαλίας, όπου περνούσε τα περισσότερα εφηβικά καλοκαίρια του, συνήθιζε να διαβάζει καθισμένος κάτω από ένα καραγάτσι που βρισκόταν στον περίβολο της εκκλησίας του χωριού. Το "Μ." του ψευδωνύμου του προήλθε πιθανότατα από το ρώσικο όνομα "Μίτια" (ρωσική εκδοχή του Δημήτρης) , με το οποίο τον αποκαλούσαν φίλοι και συμφοιτητές του, εξ αιτίας της μεγάλης του αγάπης για τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και ιδιαίτερα για το έργο "Αδερφοί Καραμαζώφ". Το γεγονός ότι υπέγραφε τα έργα του ως Μ. Καραγάτσης προκάλεσε σύγχυση σε αρκετούς φιλολόγους, που συχνά ερμήνευαν το "Μ" ως Μιχάλης, εξ αιτίας των ηρώων του Μιχάλη Καραμάνου (στον Γιούγκερμαν) και Μιχάλη Ρούση (στον Μεγάλο ύπνο), που θεωρούνται περσόνες του συγγραφέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: