Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

Στο café της χαμένης νιότης του Patrick Modiano

  Στο Παρίσι της δεκαετίας του ’60  μια γυναίκα εξαφανίζεται. 4 άντρες παίρνουν διαδοχικά το νήμα της αφήγησης και σκιτσάρουν το πορτρέτο της. Οι 4 αυτοί “μάρτυρες” ή  “επιζώντες” ελάχιστα γνώριζαν την ηρωίδα. Ο πρώτος  την συναντούσε τακτικά σ΄ ένα από τα συνηθισμένα café της πόλης, ένας φοιτητής την συναναστράφηκε κάποιο φεγγάρι,  ο σύζυγος την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε αλλά ο γάμος δεν αύξησε την οικειότητα και ο ντετέκτιβ έφτασε κοντά στα ίχνη της και ηθελημένα τα άφησε να σβηστούν.
Η Λουκί ή αλλιώς Ζακλίν με τη σειρά της αυτοσυστήνεται. Δεν δίνει την εκδοχή της για την εξαφάνιση, καταθέτει ή μάλλον σημειώνει στα γρήγορα μερικά βιογραφικά στοιχεία που συμβάλουν μερικώς στην κατανόηση της ιδιοσυγκρασίας της.

Το βιβλίο του Μοντιανό δεν έχει ήρωες, ούτε αντί- ήρωες.  Είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, είναι αυτοί που προσπερνούμε στις σκάλες του μετρό, είναι οι θαμώνες των καφέ της γαλλικής πρωτεύουσας- τότε που ακόμα εκείνα ήταν πνιγμένα στον καπνό, είναι αυτοί που ζορίζονται και κρατιούνται στη ζωή από την φυγόκεντρο δύναμη της.   Στην πραγματικότητα αυτοί δεν είναι πιο φευγάτοι, πιο λοξοί ή πιο σαλεμένοι από πολλούς αλλά σπάνια οι συγγραφείς μεταμορφώνουν το ευτελές σε γραμμένες σελίδες. Οι ζωγράφοι ή οι φωτογράφοι ναι, το κάνουν.  Η Λουκί ή όποιος αλλιώς την έχει ονομάσει ο καθένας, είναι ένα πρόσωπο πίσω πλάνου. Ζωγραφισμένη με ευκρίνεια σε προφίλ ή τρία τέταρτα πάντως σίγουρα στο πίσω πλάνο, σχεδόν στο φόντο ενός πίνακα. Σε μια φωτογραφία αυτό το πρόσωπο θα ήταν θολό, κουνημένο ή φλου χωρίς αυτό όμως να μειώνει την πραγματικότητά της. Υπάρχει` κι ας φαίνεται κάθε φορά μόνο ένα τμήμα από το πρόσωπό της, κι ας αποκαλύπτεται σιγά σιγά- αν και ποτέ εντελώς- η προσωπικότητά της. Ο Μοντιανό δημιουργεί μια γυναικεία φιγούρα με ελάχιστα υλικά, πλάθει δια της αφαίρεσης. Σκιτσάρει και σβήνει παράλληλα δεν αφήνει όμως τη φιγούρα ανολοκλήρωτη. Αυτό είναι άλλωστε το  ζητούμενο, όχι η αναζήτηση των αιτιών της εξαφάνισης αλλά η καταγραφή θραυσμάτων που άφησε στο πέρασμά της. Δεν ξέρω αν η Λουκί είναι μια γυναίκα μοιραία, είναι όμως σίγουρα μια γυναίκα φευγαλέα και αυτό προσθέτει στο μυστήριο της ύπαρξής της.
Το Παρίσι, η πόλη όπου η πρωταγωνίστρια τριγυρνάει, παίζει κυρίαρχο ρόλο στην ατμόσφαιρα της ιστορίας. Δεν είναι όμως η γυαλιστερή πρωτεύουσα των μεγάλων βουλεβάρτων και των τουριστικών οδηγών. Είναι το Παρίσι των μυημένων, η συνοικιακή όψη μιας μεγαλόπουλης,  είναι η πόλη των μπλουζ αλλά και της  ηλιόλουστης  φθινοπωρινής μέρας από αυτές που κάνεις σχέδια για το μέλλον, είναι τα καφενεία, τα βιβλιοπωλεία της και οι κρύες υπαίθριες στάσεις του μετρό.
H Λουκί περιπλανιέται στα café της Αριστερής όχθης αλλά ψυχικά ανήκει σ΄ αυτό που ο συγγραφέας περιγράφει σαν «ουδέτερες ζώνες» του αστικού τοπίου, μέρη όπου οι γείτονες είναι μεταβατικοί, οι γνωριμίες εφήμερες και οι συναναστροφές δεν αφήνουν σημάδια. “Αυτές οι περιοχές δεν είναι παρά αφετηρίες που, αργά ή γρήγορα, τις αφήνεις πίσω σου”.
Αλλά ποιος ο λόγος να ψάχνουμε την Λουκί; Ο Μοντιανό μας συγκινεί με το  πορτρέτο της αλλά εκείνη μπορεί να ήθελε απλώς ν΄ αλλάξει δέρμα. “Με ποιο δικαίωμα μπαίνουμε σαν διαρρήκτες στη ζωή των ανθρώπων, με ποιο θράσος βυθομετρούμε τα νεφρά και την καρδιά τους-και τους ζητάμε και λογαριασμό;”

 
                     Σχόλιο Περικλή :
Τον Μοντιανό μας τον σύστησε η Elizabeth , καρδιακή φίλη της Μαρίας της Σειρηνοπούλου από το Παρίσι. Tο στυλ του βιβλίου αγγίζει το εγχείρημα που σκοπεύουμε να κάνουμε. Διαφορετικοί άνθρωποι περιγράφουν το ίδιο αντικείμενο ξετυλίγοντας μνήμες από το κοινό παρελθόν. Δεν είναι εύκολο, αλλά μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά στην Λουκί, ή όπως λέει ο βιβλιοκριτικός ...στα θραύσματα που άφησε στο πέρασμά της. Σας επιλέγω ένα σχόλιο ακόμη για αυτό το βιβλίο για να σχηματίσετε άποψη :
    
O βασικός αφηγητής (Ρολάν) είναι φοιτητής Μεταλλειολογίας (ο μοναδικός «ενταγμένος»), και πρόσωπα οι τακτικοί αλλά και τυχαίοι θαμώνες του café, όλοι ανένταχτοι ή περιθωριακοί. Δε διαγράφονται χαρακτήρες, γίνονται σποραδικές αναφορές σε τύπους και περιστατικά με άξονα την επιλεκτική μνήμη του Ρολάν, ο οποίος αναθυμάται μετά από χρόνια την καθοριστική αυτή φάση της ζωής του.

Στο Conde ποτέ δεν ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον για το από πού κρατούσε η σκούφια μας. Ήμαστε πολύ νέοι , δεν είχαμε παρελθόν ν’ αποκαλύψουμε, ζούσαμε στο παρόν.

Παρόλ’ αυτά, η μνήμη εστιάζει περισσότερο σε μια μυστηριώδη κοπέλα που εμφανίζεται στο περιθωριακό στέκι του τίτλου, το Café Conde, στην περιοχή του Odeon. Μια κοπέλα κλειστή και σιωπηλή, που οι θαμώνες την βαφτίζουνε Λουκί, είχε βρεί καταφύγιο εδώ, σαν να’ θελε να γλιτώσει από κάτι, να ξεφύγει από έναν κίνδυνο. Ο σκελετός της αφήγησης είναι γύρω από τη ζωή, τον ακατανόητο γάμο, τη σχέση με τον Ρολάν και το θάνατο αυτής της περίεργης κοπέλας, ενώ ουσιαστικά το βιβλίο αποτελεί μια περιπλάνηση, περιγράφει έναν τρόπο να κινείται κανείς χωρίς στόχους, έξω από χρόνο και γεγονότα.
(σελ. 107): Θυμήθηκα το κείμενο που προσπαθούσα να γράψω όταν γνώρισα τη Λουκί. Το΄χα τιτλοφορήσει «Οι ουδέτερες ζώνες». Στο Παρίσι υπήρχαν μεταβατικές ζώνες, no man’s lands, όπου ήσουν στο περιθώριο των πάντων, σε εκκρεμότητα, περαστικός. Εκεί απολάμβανες κάποια ασυλία. Θα μπορούσα να τις ονομάσω «ελεύθερες ζώνες», αλλά το «ουδέτερες ζώνες» ήταν πιο σωστό.(σελ. 47):
Σ΄αυτή τη ζωή που καμιά φορά μας φαίνεται σαν χερσότοπος χωρίς κατευθυντήριες πινακίδες, ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις γραμμές φυγής και τους χαμένους ορίζοντες, πολύ θα θέλαμε να βρούμε σημεία αναφοράς, να καταστρώσουμε κάτι σαν κτηματολόγιο, για να μην έχουμε πια την εντύπωση ότι αρμενίζουμε ακυβέρνητοι. Οπότε, δημιουργούμε δεσμούς, προσπαθώντας να σταθεροποιήσουμε ριψοκίνδυνες γνωριμίες.
Αλλά και η σχέση με τα πρόσωπα γίνεται εξίσου τυχαία, ανολοκλήρωτη και περαστική.

Όταν αγαπάς κάποιον, δέχεσαι και το μυστήριό του… γι αυτό τον αγαπάμε, άλλωστε…

Άραγε, είμαστε πραγματικά υπεύθυνοι για τους κομπάρσους που δεν τους έχουμε επιλέξει και τους συναντάμε στο ξεκίνημα της ζωής μας;
Μαθαίνουμε περισσότερα για την Λουκί- Ζακλίν όταν αφηγείται η ίδια, σε λίγο πιο μεστό και συγκροτημένο ύφος.
Ένας μονόλογος αναζήτησης μέσα στη μνήμη, αναμνήσεων συγκεχυμένων και αγαπημένων. Σιωπές. Ύφος νοσταλγικό με μια δόση χιούμορ (θα τολμούσα να πω, «ύφος γαλλικό»), που αφήνει ένα γλυκόπικρο συναίσθημα.
Και η αιώνια, άσκοπη περιπλάνηση καθώς ο αφηγητής αναζητά την ταυτότητά του. Ενδεικτικό κάποιας φιλοσοφικής προδιάθεσης ότι ο αφηγητής κάνει συχνές αναφορές στο μοτίβο της «αιωνίας επιστροφής», εμπνεόμενος από το βιβλίο του Νίτσε «Φιλοσοφία της Αιωνίας Επιστροφής».
   
   Ο Πατρίκ Μοντιανό γεννήθηκε το 1945 στο Boulogne-Billancourt. Από το 1967 ασχολείται επαγγελματικά με το γράψιμο. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς. Έχει τιμηθεί με το μεγάλο βραβείο μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1972, με το βραβείο Goncourt το 1976, με το βραβείο του Ιδρύματος Pierre de Monaco το 1984 και με το μεγάλο βραβείο λογοτεχνίας Paul Morand, για το σύνολο του έργου του, το 2000. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: "Οδός σκοτεινών μαγαζιών" (Κέδρος), "Κυριακές του Αυγούστου" (Καστανιώτης), "Ντόρα Μπρούντερ" (Πατάκης), "Η χαμένη γειτονιά" (Χατζηνικολή), "Άνθη ερειπίων" (Οδυσσέας) και "Το άρωμα της Υβόννης" (Λιβάνης). Έχει γράψει το σενάριο για την ταινία του Λουί Μαλ "Lacombe Lucien". Άλλα έργα του: "La place de l' etoile", "Livret de famille", "Une jeunesse", "De si braves garcons", "Vestiaire de l' enfance", "Voyage de noces", "Un cirque passe", "Du plus loin de l' oubli", "Des inconnues", "Paris tendresse".  
 
  Περικλής

Δεν υπάρχουν σχόλια: