Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ
& ΕΛΕΥΘΕΡΑ


------------------------------------------------------------------

Γελοιογραφικό βίντεο για τον Ντούτσε
και το πάθημά του από τον ελληνικό στρατό!

"Ντούτσε"

------------------------------------------------------------------

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ / ODYSSEAS ELYTIS, AXION ESTI

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (1911-1996)
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (1959)


Συντροφιά
με τη θάλασσα
τον ήλιο
και το φως
του Οδυσσέα Ελύτη...

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρώτη
χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου
η αλκή μες στο ζώο που οδηγεί τον ήλιο
το φυτό που κελάηδησε και βγήκε η μέρα



ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι που επιστρέφει
από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει
ποιός αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει
ποιό το "νυν" και ποιό το "αιέν" του κόσμου

Απόσπασμα από "Το Δοξαστικόν" μπορείτε να δείτε ΕΔΩ!

Για να δείτε ένα video που οπτικοποιεί το Α΄ Μέρος ("Το Δοξαστικόν") του ποιήματος "Άξιον εστί" πατήστε ΕΔΩ!

fk

Κείμενο εμπνευσμένο από το Μονόγραμμα

Οι χαρακιές και τα αυλάκια στο πρόσωπό του, στα χέρια του,
πρόδιδαν πόσο ταλαιπωρημένος ήταν από τη ζωή. Είχαν περάσει σχεδόν
πενήντα έξι χρόνια από κείνη τη μέρα που η μοίρα του είχε χτυπήσει την
πόρτα και αποφάσισε πως θα έρθει σε αυτόν τον κόσμο για να βασανιστεί.
Ποιος το περίμενε? Από μικρό παιδί πίστευε ότι αυτός ήταν ο Μέγας Άρχοντας
της ζωής του, των ονείρων του, των πόθων του. Πόσο λάθος έκανε! Με το
πέρασμα των χρόνων ένιωσε το χτύπημα από το καυτό σπαθί της Ζωής πάνω
του, είδε τον ήλιο να πενθεί, τη θάλασσα και όλα τα κομμάτια της, ένα προς
ένα, να τρέμουν κάτω από το υπέροχο μωβ χρώμα της δύσης. Άκουσε τα
κύματα, ίδια με άκουσμα κιθάρας, να κλαίνε καθώς έσκαγαν στην
ακροθαλασσιά. Δεν ήταν αυτός μόνο που καθόριζε την πορεία της ζωή του…
υπήρχε και κάτι άλλο που είχε τη δύναμη να του αλλάξει τα σχέδια ανά πάσα
στιγμή.
Στάθηκε όρθιος με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του και
ατένισε το βαθύ μπλε που απλώνονταν μπροστά του. Πάντα σε αυτή τη μικρή
παραλία ερχόταν και συζητούσε με τη θάλασσα για τις χαρές και τις λύπες του,
τις επιτυχίες και τα προβλήματά του. Το μόνο σταθερό κομμάτι της ζωής του
ήταν αυτός ο μικρός όρμος, με τη λεπτή άμμο, τα γαλαζοπράσινα νερά και τα
βράχια δεξιά και αριστερά να στέκουν όρθια, αμίλητα, απειλητικά σχεδόν για
όποιον προσπαθούσε να τα πλησιάσει. Πολλές φορές τους ζήτησε να του
πουν ιστορίες από το παρελθόν, για τον Ποσειδώνα που έμαθε στο σχολείο,
για γοργόνες, για πειρατές και μάχες, για έρωτες και παρέες που
ξεφαντώνανε… Που να το ήξερε τότε… Οι βράχοι έχουν το δικό τους χρόνο,
έναν αργόσυρτο, μακρό χρόνο συνομιλίας, με λέξεις μικρές, συλλαβιστές που
το άκουσμα τους δε μπορεί παρά να σε τρομάξει.
Εκεί, με το βλέμμα καρφωμένο στο σμαραγδί, προσπάθησε να φέρει
στην επιφάνεια κάθε μνήμη που είχε από μια άλλη ζωή, μια ζωή ξέγνοιαστη,
χαρούμενη, γεμάτη προσδοκίες. Σιγά σιγά οι εικόνες κατέκλυσαν το μυαλό του
και κατάφερε να θυμηθεί πως σ’ εκείνη την ακροθαλασσιά ξάπλωνε ανάσκελα
τα καλοκαίρια μετά από μια βουτιά στα κρυστάλλινα νερά της και παραδινόταν
άνευ όρων στον ήλιο. Άλλες φορές καθόταν με τους αγκώνες βυθισμένους
στην άμμο με το σώμα του να επιπλέει στο νερό και κοίταζε με θαυμασμό το
παιχνίδισμα του ήλιου πάνω στη θάλασσα. Τις μέρες που τα κύματα ήταν
μεγάλα, έμπαινε ως τη μέση και τα άφηνε να τον παρασέρνουν στην ακτή. Τα
γέλια του χτυπούσαν πάνω στους σκληρούς βράχους και ήταν σίγουρος ότι
και αυτά του αντιγύριζαν ένα χαμόγελο. Τότε είχε τη δύναμη να πιστεύει πώς
όλα είναι δυνατά, όλα μπορούν να γίνουν… Αποκοιμισμένος, παιδί δέκα
χρονών, έβλεπε στα ζωντανά όνειρά του τον εαυτό του να αφήνει πίσω του
κάθε σκοτεινή σκέψη και να περπατά σε μονοπάτια καθαρά, φωτεινά, γεμάτος
έξαψη να απολαμβάνει κάθε του βήμα, μικρό ή μεγάλο προς την επιτυχία.
Πίστευε ότι μπορούσε να ξυπνά τα υπνωτισμένα δέντρα και να τους δίνεις ζωή
ψιθυρίζοντας λέξεις γλυκές, ανάλαφρες, λέξεις που έχουν το άκουσμα το
κυμάτων, λέξεις ίδιες με το χάδι.
Το πρόσωπό του σκλήρυνε ξαφνικά. Δεν ήθελε όμως καμία θύμηση
να του ξεφύγει, όσο σκληρή και αν ήταν… Τα χρώματα από τις τριανταφυλλιές
του σπιτιού του άλλαξαν. Ξαφνικά μια σκιά άρχισε να μεγαλώνει. Μια σκιά που
ξεκίνησε από την αυλόπορτα και συνέχισε μέχρι που κατέκλυσε τα δέντρα, τα
λουλούδια, τον κήπο, τα παντζούρια, το σπίτι ολόκληρο. Σαν από όνειρο
έβλεπε τα πάντα γύρω του να γκρεμίζονται, σαν από όνειρο η κάμαρά του
έγινε ο ουρανός του, σαν από όνειρο οι όμορφες μυρωδιές έγιναν μυρωδιά
σαπίλας, θανάτου. Ήθελε να φωνάξει, ήθελε να ξεφύγει, να κλείσει τα μάτια του
για μια ακόμη φορά, όπως τότε που ήταν παιδί και να πει «Εφιάλτης είναι…».
Να ξυπνήσει από το κακό όνειρο και η μητέρα του να τον αγκαλιάσει με το
βαθύ της βλέμμα, να τον ζεστάνει με το χαμόγελό της και να του προσφέρει
ένα ποτήρι δροσερό νερό για να συνέλθει.
Από κείνη τη μέρα ποτέ η καρδιά τους δε ζέστανε ξανά. Ο χαμός της
μικρής του αδελφής ποτέ δεν άφησε τις ματιές τους να δείξουν χαρά. Όσες
φορές κι αν σήκωσε τα χέρια του ψηλά παρακαλώντας, όσες φορές κι αν
έκλαψε δυνατά, όσες φορές κι αν έτρεξε με όλη του τη δύναμη, δεν μπόρεσε
να τη φέρει πίσω, δεν κατάφερε να μαλακώσει τον πόνο της ψυχής του. Ποτέ
δεν μπόρεσε να εξημερώσει τα τέρατα που τον βασάνιζαν νύχτα και μέρα, τα
τέρατα εκείνα που κάθε βράδυ πριν τον ύπνο προσπαθούσε να ξορκίσει ξανά
και ξανά μέσα στο μυαλό του, μέσα στην καρδιά του. Εκείνα, χωρίς να τον
αφήνουν σε ησυχία, σαν ερινύες έτοιμες να τον κατασπαράξουν, τον έδιναν
βορά στο χάρο και χαίρονταν όταν τελικά μέσα στα όνειρά του κατέληγε στο
έρεβος, στον απέκεινα. Έτσι μετρούσε καθημερινά, σταγόνα σταγόνα το αίμα
του που το ένιωθε να κυλά στις φλέβες του όπως ο ιδρώτας στο μέτωπό του.
Ζητούσε απελπισμένα, για χρόνια ολόκληρα βοήθεια από
ανθρώπους που ποτέ δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν. Ζητούσε να δει με
κάποιον τα πεφταστέρια, να του κρατήσει το χέρι στην τρικυμία και να του
πει «Θα περάσει.». Έτσι απλά! Απλά γι’ αυτόν, τεράστιο λάθος! Το απλό του
καθενός μπορεί να είναι ηράκλειος άθλος για τους άλλους… και αυτό
αποδείχτηκε στην περίπτωσή του.Τόσα χρόνια πέρασε μέσα στη μοναξιά και
στην αναζήτηση… Ήθελε να μοιραστεί τη ζωή του και τις στιγμές του αλλά
ποτέ δεν άφησε κανένα να τον πλησιάσει. Δεν έδειξε ποτέ σε κανένα τη θλίψη
του. Χρόνο με το χρόνο τα καλοκαίρια του έγιναν φθινόπωρα, χειμώνες, η
καρδιά του πάγωσε, το βλέμμα του κατάντησε κενό χωρίς να μαρτυρά ούτε
σκέψεις, ούτε συναισθήματα. Μόνο εκείνη… Εκείνη, θα μπορούσε να τον
βοηθήσει… έμοιαζε τόσο πολύ στην αδελφή του… αλλά την έδιωξε… Δεν
ήθελε να την αφήσει να δει το μαύρο της καρδιάς του, δεν ήθελε να την αφήσει
να αντικρύσει τα δαιδαλώδη μονοπάτια του μυαλού του που οδηγούσαν στο
χάος. Και τώρα, πενήντα έξι χρόνια μετά, πάλι μόνος μπροστά στη θάλασσα,
αυτή τη θάλασσα που τόσο είχε αγαπήσει και συνάμα τόσο μισήσει, μετρά τα
πικρά βότσαλα της ζωής του. Βλέποντας με τα μάτια της ψυχής, κατάλαβε ότι
η αγάπη είναι ένα λουλούδι της καταιγίδας που ανθίζει και μαραίνεται. Ένα
λουλούδι που πρέπει να είσαι άξιος να το δεις, να το μυρίσεις και ακόμα πιο
άξιος να το προσφέρεις.
Στα μάτια του τρεμόπαιζαν πράσινες λίμνες και είχαν τη θλίψη του
ελαφιού που γνωρίζει πως έφτασε τελευταία του στιγμή. Αυτός έφταιγε, το
ήξερε. Όσο και να ήθελε να δικαιολογήσει τη μοναξιά του, όσο κι αν ήθελε να
ρίξει το βάρος των λαθών του στη μοίρα, ήξερε… αυτός ήταν η αιτία της
μοναξιάς του. Πάντα ήθελε το περισσότερο, το απόλυτο, ήθελε όρθιος να
καλπάσει στη θάλασσα, ήθελε να στέκει αγέρωχος σε όλες τις καταστάσεις και
να βλέπει με περηφάνια τα διάφανα νερά του βυθού. Τώρα το έβλεπε, το
καταλάβαινε, πενήντα έξι χρόνια μετά, το μεγαλείο της μικρής του ζωής, τον
τρόπο που τη σπατάλησε. Τώρα που όσο κι αν προσπαθούσε να διώξει αυτή
τη σκέψη, γυρνούσε πίσω δυνατότερη, πιο επώδυνη.
Όλη του η ζωή, όλο το πέρασμά της ήταν μια καρφίτσα που
τρυπούσε τη θύμηση. Έκλεισε τα βλέφαρά του και είδε χρυσούς ατμούς να
βγαίνουν από το σώμα του… τα άνοιξε και τα κάρφωσε στον ήλιο που έκαιγε
αλύπητα πάνω του μέχρι που πόνεσαν και δάκρυσαν. Σηκώθηκε και βημάτισε
στην ακροθαλασσιά. Και ξαφνικά… την είδε, εκεί πάνω στο νερό, να τον καλεί,
να τον φωνάζει. Περπάτησε μέσα στη θάλασσα, μπήκε μέχρι τα γόνατα, μέχρι
τη μέση, της άπλωσε το χέρι… πόσο ήθελε να την αγγίξει έστω για μια
τελευταία φορά! Το κάλεσμά της ίδιο με το τραγούδι της σειρήνας… και τη
βρήκε εκεί… στο βυθό, αποκοιμισμένη. Έγειρε στο πλάι, χάιδεψε το χέρι της κι
αποκοιμήθηκε…

Κατερίνα

η κομψότητα του σκαντζάνθρωπου

....θα ήθελα να είμαι πιο έτοιμος σήμερα για αυτή την πρώτη παρουσίαση της καριέρας μου ως μέλος λέσχης... θέλω να πω δε πρόλαβα να κάνω αποτρίχωση και το αγαπημένο μου πουλόβερ είναι στα άπλυτα.
..και έτσι σκέφτομαι τη Μιριέλ. 42 ετών,με τη μαμά της που θέλει να γίνει επιτέλους γιαγιά ενός ξεχωριστού εγγονιού, τους μαθητές της στο Saint Lo που επιβουλεύονται την φήμη της, και παλεύουν να την τσακώσουν εκτεθειμένη. την ανεπάρκεια που νιώθει απέναντι στον όγκο των σπουδών της στη φιλοσοφία, μια επιστήμη που δεν έχει ουρανό, και το Κιότο, εκείνο το Κιότο που πρέπει να σου επιβάλλεται με την ατμόσφαιρά του και να μη σε αφήνει να δουλέψεις το βράδυ. Τις ανάγκες της ως γυναίκα, αυτές που δεν μπορώ να αποτιμήσω αλλά τις φαντάζομαι και τα πράγματα που χωρίς απόλυτη συνείδηση έχει παραμελήσει. Την συγκρίνω με τις συνθήκες που δούλευε ο Λέων Τολστόϊ και αγριεύομαι...
Ζει στο Κιότο, εργάζεται στη Γαλλία και σπουδάζει σε όλο τον κόσμο. Ίσως να μην προλαβαίνει να είναι έτοιμη σε κάθε συνάντηση λέσχης και το αγαπημένο της πουλόβερ συχνότατα ξεχνιέται στα άπλυτα. Ίσως.. ίσως είναι και ένα φαινόμενο της εποχής, ένα γρανάζι του συστήματος σε πλήρη κίνηση.
Ίσως τα 1.200.000 αντίτυπα είναι ένα τεκμήριο της ένδειας της εποχής μας, μπορεί θέλω να πω η Γαλλία να έχει ανάγκη από ένα σύγχρονο ευπρεπή, λιτό και εύπεπτο Καμύ και να συμπεριφέρεται με μια βουλιμία που οι ταχύτητες της πληροφόρησης αρκούν να την μετατρέψουν σε υστερία.
Οι ήρωές της ωστόσο μου αρέσουν. Είναι δύο :
Ένας νεαρός σκαντζόχοιρος με τα αγκάθια προς τα έξω και ένας γέρικος που του έχει πέσει η προβιά και με θολωμένο το μυαλό την έχει φορέσει ανάποδα, με τα αγκάθια προς τα μέσα.
Ο σαδιστής και ο μαζοχιστής...
Αν έλειπε ο ένας από τους δυό, θα είχαμε ένα βαρετό βιβλίο.
Αυτό το δίπολο μας δείχνει ότι ο άνθρωπος μπορεί να επιτίθεται αλλά και να αυτομαστιγώνεται με την ίδια ευχαρίστηση.
Όχι δεν είναι πειστικοί οι ήρωές της. Δεν την διαλέγεις να την ξαναδιαβάσεις γι αυτό.....έχουμε τη παράλογη διαύγεια μιας καλλιεργημένης σαρραντάρας σε ένα παιδί και μια γριά..

Τότε τι την κάνει αξιόλογη τη φίλη μου τη Μιριέλ ;
Για μένα.. οι ζαβολιές της !!!
Κοιτάξτε τι κάνει...
Σε πιάνει απροετοίμαστο η άτιμη !

Ξεκινάει να αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο ιστορίες κοινών στερεότυπων συμπεριφορών, από εκείνες που βοηθούν τη ζωή να τσουλάει παρακάτω, πιάνεται μετά από μια τρίχα, μια τόσο δα μικρή αφορμή, εξομολογείται τις εσωτερικές της σκέψεις στην αρχή χαμηλόφωνα, μετά ολοένα και πιό δυνατά, ώσπου σε παρασύρει σε μια συνενοχή. Μετά αρχίζεις να κουνάς καταφατικά το κεφάλι σφίγγοντας λίγο τα χείλη και διαβάζεις διαβάζεις για να βρείς το συμπέρασμα, εκείνη την αδιαμφισβήτητη φράση που θα επιβεβαιώσει ότι επικοινώνησες τελικά με το βιβλίο.
Και εκεί, ξαφνικά, πριν σε πιάσει αδημονία, κόβει εγκαίρως την αφήγηση με ένα απλό " σηκώθηκε και έκλεισε πίσω του την πόρτα " . Μα δε τελειώνει.. Αλλάζει παράγραφο και γράφει πέντε, έξι μικρές λέξεις που σε αφήνουν εμβρόντητο :
" έμεινα στην καρέκλα μου κοιτώντας το πόμολο"
" ίσως αυτό σημαίνει να είσαι ζωντανός " ... " να κυνηγάς τις στιγμές που πεθαίνουν "
ακολουθεί σιωπή...
Το κενό, η παύση που σου χαρίζει μισή σελίδα λευκού χαρτιού, καθώς την κοιτάζεις χωρίς καμιά βιασύνη να αποστρέψεις τα μάτια, χωρίς να ψάχνεις τον τίτλο του νέου κεφαλαίου, ας είναι εκεί δίπλα στα δέκα εκατοστά, αυτό το κενό αντιδράσεων εξωτερικά που συνοδεύεται από ένα λουτρό αντιδράσεων μέσα μου, αυτό είναι για μένα το μέτρο της απόλαυσης που σου χαρίζει ένα αξιόλογο βιβλίο.
Ένα τέτοιο βιβλίο, θέλεις να το μοιραστείς με φίλους και να το αφήσεις λίγο καιρό δίπλα στο λαμπατέρ. Καταλαβαίνετε ;

να ένα τέτοιο επιμύθιο ...
" τον κοιτάζω...κι ύστερα πέφτω στα μαύρα, βαθειά, παγωμένα
εξαίσια νερά του άχρονου... "
ή ένα άλλο..
" η ελευθερία, η αποφασιστικότητα, η βούληση,όλα αυτά είναι χίμαιρες.. κι εμείς δεν είμαστε παρά κακομοίρες μέλισσες, ταγμένες στην αποστολή μας και μετά στο θάνατο"
και ένα άλλο..
" Ακριβώς σε αυτό χρησιμεύει το μέλλον : να χτίζουμε το παρόν με σχέδια αληθινά, σχέδια ζωντανών ανθρώπων..."
ή ακόμη κι αυτό..
" Η αιωνιότητα, αυτό το αόρατο που θωρούμε... "

Μα η Barberi έχει και ένα άλλο στοιχείο που με ελκύει. Είναι η κομψότητα του καυστικού της χιούμορ. Θα το έλεγα υποδόριο.
Διαβάζοντας ανάμεσα στα ματωμένα με τις βεβαιότητές μου και τον καθωσπρεπισμό μου αγκάθια του μικρού της ζώου.. ξεχωρίζω μερικές ξυραφιές :

-Μια κιλότα των εκατόν τριάντα ευρώ... σελ 251

-Ιδού πως έχει η κατάσταση.. εγώ, η Ρενέ, πενήντα τεσσάρων ετών και με κότσια στα δάκτυλα των ποδιών, γεννημένη μέσα στον βούρκο... σελ 228


Ξεχώρισα επίσης μια τεχνική, ξάφνιασμα : αρχή κεφαλαίου :
-Γλυκιά αϋπνία, ύστερα από 2 ώρες γλυκιάς αϋπνίας, αποκοιμιέμαι γαλήνια σελ 271 τέλος κεφαλαίου...

Και τώρα θέλω να παρουσιάσω τη δική μου περίληψη του βιβλίου η κομψότητα του σκαντζόχοιρου :
παύση... μουσική...
Θυμάμαι τα πάντα εκείνης της βροχής... Ο θόρυβος του νερού που σφυροκοπούσε τη στέγη, οι πλημμυρισμένοι δρόμοι, η θάλασσα της λάσπης στην είσοδο του κτήματός μας, ο κατάμαυρος ουρανός, ο άνεμος, το απαίσιο συναίσθημα μιας ατελείωτης υγρασίας, η οποία βάραινε πάνω μας όσο και η ζωή μας : χωρίς συνείδηση, χωρίς εξέγερση. Καθόμασταν...
σελ330-332 .
τελικά αφού δεν μπορούσα να πάψω να είμαι αυτό που ήμουν, πίστεψα πως ο δρόμος μου ήταν εκείνος του μυστικού.. έπρεπε να αποσιωπήσω αυτό που είμαι (άσχημη φτωχή και έξυπνη) και να μη συγχρωτίζομαι ποτέ με τον άλλο κόσμο... έτσι λοιπόν. από σιωπηλή έγινα απόμακρη.

Και το αποτίναγμα των ανάστροφων αγκαθιών...
Και ύστερα συνειδητοποιώ ότι κάθομαι στην κουζίνα μου στο Παρίσι, μέσα σε τούτο τον άλλο κόσμο όπου έχω φτιάξει τη μικρή αόρατη φωλιά μου και με τον οποίο φρόντισα να μη συγχρωτιστώ ποτέ, και πως κλαίω με καυτά δάκρυα, ενώ ένα κοριτσάκι με απίστευτα ζεστό βλέμμα μου κρατάει το χέρι και μου χαϊδεύει τρυφερά τα δάκτυλα. σελ 332...
Όταν η Σολάνζ Ζος εμφανίζεται να πάρει τη κόρη της, κοιταζό- μαστε και οι δυό με τη συνενοχή της αναλλοίωτης φιλίας και αποχαιρετιζόμαστε με τη σιγουριά της επόμενης αντάμωσής μας. Κάθισα στην πολυθρόνα με το χέρι στο στήθος και έπιασα τον εαυτό μου να λέει μεγαλόφωνα..
" ίσως αυτό να είναι η ζωή "

Πέρι

Η ΚΟΜΨΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΚAΝΤΖΟΧΟΙΡΟΥ / L' ELEGANCE DU HERISSON

MURIEL BARBERY
Η ΚΟΜΨΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΥ (2006/ 2008)

Ακολουθούν: απόσπασμα του βιβλίου στα αγγλικά [audiobook] και το trailer της ταινίας με αγγλικούς υπότιτλους

"The elegance of the hedgehog" [audiobook]

"Le hérisson" [trailer]


 
Στη συνέχεια παρατίθενται πληροφορίες σχετικά με έργα τέχνης, παιχνίδια, συνήθειες κλπ που αναφέρονται στο βιβλίο, μαζί με τα σχετικά αποσπάσματα από το μυθιστόρημα της Muriel Barbery:

Pieter Claesz "Still LIfe with Oysters"

"Είναι μια νεκρή φύση που παριστάνει ένα τραπέζι στρωμένο για ελαφρύ γεύμα με στρείδια και ψωμί. Σε πρώτο πλάνο, μέσα σε ασημένιο πιάτο, μισοξεφλουδισμένο λεμόνι και μαχαίρι με σκαλιστή λαβή. Σε δεύτερο πλάνο δύο στρείδια κλειστά, με εμφανώς φιλντισένια κελύφη, κι ένα πιάτο από κασσίτερο, το οποίο σίγουρα περιέχει χοντροκομμένο πιπέρι. Ανάμεσά τους, γερμένο ποτήρι, κομμάτι ψωμιού με άσπρη ψίχα και, αριστερά, μεγάλο ποτήρι μισογεμισμένο με απαλόχρωμο και χρυσαφένιο υγρό, κυρτό σαν αναποδογυρισμένος τρούλος και με το χοντρό κυλινδρικότου πόδι διακοσμημένο με βούλες από γυαλί. Η χρωματική γκάμα καλύπτει από κίτρινο έως εβένινο μαύρο. Το φόντο είναι θαμπά χρυσαφένιο, λίγο μουντό. (σ. 229) 
  

Pieter Claesz "Still LIfe with Oysers"


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Το γιαπωνέζικο παιχνίδι "Go":

"Είναι υπέροχο παιχνίδι. Σα να λέμε γιαπωνέζικο σκάκι. [...] Πέραν του ότι είναι παιχνίδι που παίζεται σε μία τετράγωνη βάση και οι δύο αντίπαλοι έχουν μαύρα και λευκά πιόνια, διαφέρει από το σκάκι όσο ο σκύλος από τη γάτα. Στο σκάκι πρέπει να σκοτώσεις για να κερδίσεις. Στο "γκο" πρέπει να δημιουργήσεις για να επιβιώσεις. [...] Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του "γκο" είναι ότι για να κερδίσεις πρέπει να επιβιώσεις, αλλά και ν' αφήσεις τον άλλον να επιβιώσει. Ο υπερβολικά άπληστος χάνει. Είναι ένα οξυδερκές παιχνίδι ισορροπίας, στο οποίο πρέπει να αποκτήσεις το πλεονέκτημα χωρίς να συντρίψεις τον άλλον." (σσ. 127-129)

Go Basics, how to play the ancient game of Go [part 1]

Go Basics, how to play the ancient game of Go [part 2]


Τα Γιαπωνέζικα Κόμικς "Μάγκα"

"Ελπίζω ότι σε κάμποσους μήνες θα μπορώ να διαβάζω τα αγαπημένα μου μάγκα στο πρωτότυπο. Η μαμά δεν καταλαβαίνει πώς ένα τόσο προικισμένο κοριτσάκι σαν κι εσένα μπορεί να διαβάζει μάγκα. Δεν μπήκα καν στον κόπο να της εξηγήσω ότι μάνγκα στα ιαπωνικά σημαίνει απλώς κόμικς. Νομίζει ότι ποτίζομαι με υποκουλτούρα κι εγώ δε θέλω να τη διαψεύσω." (σσ. 21)

"Manga Nippon Mukashibanashi"

"Manga Nippon Mukashi Banashi Opening"

Η γιαπωνέζικη μορφή τέχνης "Γουάμπι"

"Η αισθητική δεν είναι τίποτε άλλο από τη μύηση στην αρμονία, ένα είδος Οδού του Σαμουράι [...] Στα ιαπωνικά γουάμπι σημαίνει "κάποια ταπεινή μορφή του ωραίου, μια ποιότητα λεπτότητας, συγκαλυμμένη πίσω από ένα αδροκαμωμένο προσωπείο" (σ. 189)

"Wabi Sabi"

Γιαπωνέζικος κινηματογράφος: Yasujiro Ozu "Αδερφές Μουνεκάτα"

"Και ιδού το κλειδί της ταινίας: (Σετσούκο) 'Αληθινά καινοτόμο είναι ό,τι παρά το χρόνο, δε γερνάει.' 
Η καμέλια πάνω στα βρύα του ναού, το βιολετί χρώμα των βουνών του Κιότο, ένα φλιτζάνι από μπλε πορσελάνη, τούτη η εκκόλαψη της καθαρής ομορφιάς στην καρδιά των εφήμερων παθών, δεν είναι αυτά που όλοι προσδοκούμε; Και όσα εμείς οι άλλοι, οι πολιτισμοί της Δύσης, δεν μπορούμε να αγγίξουμε; Η ενατένιση της αιωνιότητας μέσα στην ίδια την κίνηση της ζωής." (σ. 113)

"The Munekata Sisters (Munekata kyōdai, 1950)"


"Ο Νεοζηλανδέζικος πολεμικός χορός "χάκα"

"Κατάλαβα όταν οι Νεοζηλανδοί παίκτες άρχισαν το χάκα τους. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένας πολύ ψηλός παίκτης, Μαορί, πολύ νέος. Αυτός μου χτύπησε στο μάτι από την πρώτη στιγμή λόγω του ύψους του, αλλά στη συνέχεια λόγω του τρόπου που κινιόταν. Ένα είδος πολύ περίεργης κίνησης, πολύ ρευστής, αλλά προπάντων πολύ συγκεντρωμένης. Θέλω να πω ότι ήταν πολύ συγκεντρωμένος στον εαυτό του. [...] [Μου έδινε την εντύπωση ότι] τον έβλεπα να κινείται, ναι, αλλά παραμένοντας στη θέση του. [...] Κινιόταν, έκανε τις ίδιες κινήσεις με τους υπόλοιπους, αλλά ενώ οι κινήσεις των άλλων απευθύνονταν προς τους αντιπάλους τους και τους θεατές που τους παρακολουθούσαν, οι κινήσεις του συγκεκριμένου παίχτη ήταν γι αυτόν τον ίδιον, επικεντρωμένες πάνω του, και τούτο του προσέδιδε μια παρουσία, μια ένταση απίστευτη. Και άξαφνα το χάκα, το οποίο ήταν ένας πολεμικός ύμνος, απέκτησε όλη του τη δύναμη. Αυτό που δημιουργεί τη δύναμη του στρατιώτη δεν είναι η ενέργεια την οποία εκείνος ο ίδιος αναπτύσσει, για να φοβερίσει τον άλλον, στέλνοντάς του πάμπολλα μηνύματα, είναι η δύναμη της αυτοσυγκέντρωσης, βάσει της οποίας έχει παράλληλα ως επίκεντρο τον εαυτό του. Ο παίκτης Μαορί έγινε ένα δέντρο, μια πανύψηλη, άφθαρτη βελανιδιά, με βαθιές ρίζες, μια ισχυρή ακτινοβολία και όλος ο κόσμος το αισθανόταν. Και όμως είχαμε τη βεβαιότητα πως η πανύψηλη βελανιδιά μπορούσε ακόμη να πετάξει, πως ήταν γρήγορη σαν τον άνεμο, παρά τις απλωμένες ρίζες της ή χάρη σ' αυτές." (σσ. 38-40)


"H ωδή της Διδούς" (Ο θρήνος της Διδούς)
από το έργο 'Διδώ και Αινείας' του Purcell"

Thy hand, Belinda (lovest soul), darkness shades me,
On thy bossom let me rest.
When I am laid in earth
May my wingsrreate
No trouble in thy breast.
Remember me, remember me,
But ah! forget my fate.

"Dido's Lament"
[Purcell "Dido and Aeneas"]


fk

http://www.kulturosupa.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2096:giaxarytou&catid=52:we-watched&Itemid=93

Βρέχει ελπίς




« Η βροχή μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. »
« Τότε να βρέχει κάθε μέρα. »
Απόρησα με την απάντηση που δέχθηκα στη ρητορική μου διαπίστωση. Πιο πολύ εντυπωσιάστηκα όμως από το γεγονός πως αυτή προήλθε από τον σύζυγο μου.
Δεν είχα αντιληφτεί την παρουσία του στην κουζίνα, τον μοναδικό προσωπικό μου χώρο τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Καθώς έστρεφα το κεφάλι μου για να τον αντικρύσω και να επιβεβαιώσω την ύπαρξη του, ένα ρίγος με διαπέρασε. Πραγματικά βρισκόταν εκεί με τα μυωπικά του γυαλάκια, να διαβάζει εφημερίδα και να κατεβάζει γουλιά γουλιά τον καφέ του. Δεν έδειχνε καθόλου ξαφνιασμένος με την μικρή μεν αλλά ουσιαστικής δε στιγμή επικοινωνίας που μόλις είχε υπάρξει ανάμεσα μας.
Αυτά τα δύο δευτερόλεπτα εκείνου του πρωινού με κράτησαν απασχολημένη για την υπόλοιπη ημέρα τοποθετώντας υποψίες και αμφιβολίες στο ήδη παραγεμισμένο εγκέφαλο μου. Προσπάθησα να φανταστώ την τοποθέτηση ενός ψυχο-κάτι απέναντι στο ζήτημα μου. Να επισημάνω πως το ‘κάτι’ αντικαθιστά με επιτυχία το δεύτερο συνθετικό αφού ακόμη δεν μπορώ να προσδιορίσω ποιο είναι αυτό: αναλυτής, λόγος ή μήπως ιατρός;
Ο μόνος λόγος που θα επισκεπτόμουν ποτέ έναν ψυχο-κάτι είναι οι άνετες πολυθρόνες των γραφείων τους και οι καραμέλες που προσφέρουν στους ασθενείς τους. Έτσι τουλάχιστον τους έχω πλάθει στο μυαλό μου. 
Κάθομαι λοιπόν σε μια φανταστική άνετη πολυθρόνα και αρχίζω την εναπόθεση της ψυχής μου.
« Ονομάζομαι Λένα και είμαι σαράντα δύο χρονών. Το ότι βρίσκομαι σε αυτή την ηλικία δεν σημαίνει κιόλας ότι περνάω την ονομαζόμενη κρίση των άντα. Αντίθετα δεν έχω υπάρξει πιο ευχαριστημένη από τη ζωή μου.»
Το χαμόγελο μου μάλλον δεν πείθει γιατί ο ψυχό- κάτι είναι έτοιμος να παραθέσει τους λόγους που κατά τη γνώμη του ευθύνονται για την διαταραχή της ψυχικής μου ισορροπίας.
«Η μητρότητα ή καλύτερα η μη ύπαρξη αυτής θα μπορούσε να μας φανερώσει και να δικαιολογήσει πολλά.»
Με τη δήλωση αυτή ένα χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπο μου και του απαντώ περιχαρής γνωρίζοντας πως έχω κερδίσει τον πρώτο γύρο.
«Εδώ κάνετε λάθος. Έχω δύο κοριτσάκια, δίδυμα μάλιστα. Μέρα με τη μέρα μεγαλώνουν αλλά δε σταματούν να τρέχουν από εδώ και εκεί φωνάζοντας ‘μαμά’ και εγώ βρίσκομαι πάντα εκεί προσπαθώντας καθημερινά να ικανοποιήσω τις ανάγκες τους. Γιατί λοιπόν να μην είμαι ευτυχισμένη;»
Τον βλέπω να υποχωρεί όχι όμως για πολύ τσεκάροντας το επόμενο στη λίστα του.
«Προσωπικές φιλοδοξίες ή όνειρα που κλειδώθηκαν σε κάποιο συρτάρι μήπως;»
Γίνεται πιο δύσκολο να τον αντικρούσω αλλά δεν είμαι έτοιμη να παραδώσω τα όπλα.
«Μα φυσικά υπάρχουν. Ποιος δεν έχει κάτι που να επιθυμεί. Τα δικά μου είναι ένα ταξίδι στο Θιβέτ και μεταπτυχιακό αλλά αυτά υπήρξαν σχέδια μιας εικοσιπεντάχρονης χωρίς υποχρεώσεις. Πλέον μου αρκεί να έχω αρκετή έμπνευση για τη σύνθεση ενός φαγητού που δε θα αρνηθούν οι κόρες μου και να έχω αρκετό χρόνο για να προλάβω τις υπόλοιπες δουλειές του σπιτιού.»
Τον έχει εκπλήξει η ετοιμότητα μου και ετοιμάζεται για μια πιο κοντινή επίθεση.
«Οι σχέσεις με τον σύζυγο σας πώς είναι;»
Χτύπησε φλέβα χρυσού με αυτή του την ερώτηση μόνο που δεν το γνωρίζει ακόμη. Αποφασίζω να είμαι ειλικρινής.
«Πρόσφατα ανακάλυψα την ύπαρξη του, χάρη σε μια μόνο στιγμή. Την πνευματική του ύπαρξη, γιατί την σωματική την αποδέχτηκα πριν δεκατέσσερα χρόνια όσο δηλαδή και η διάρκεια ζωής του γάμου μας. Τον έβλεπα κάθε μέρα να τρώει, να κοιμάται, να βλέπει τηλεόραση αλλά ποτέ να μη μου μιλάει. Αναφέρομαι σε συζήτηση γιατί υπό την άλλη έννοια του διαλόγου υπήρξαν πολλές στιγμές κατά τον έγγαμο βίο μας. Αν βέβαια θεωρείται διάλογος η μορφή ερώτησης και μονολεκτικής απάντησης. Μέχρι που πίστεψα πως με παντρεύτηκα μια μηχανή εφοδιασμένη με συγκεκριμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις μου.
Το ότι άκουσε όμως την περισυλλογή μου και μου απάντησε κιόλας απέδειξε πως όλα όσα πίστευα δεν ίσχυαν. Γιατί ο άνδρας μου έχει τελικά πνευματική υπόσταση και ότι δε μου την είχε φανερώσει φαίνεται πως κάτι πήγε στραβά σε αυτό που όλος ο κόσμος ονομάζει γάμο.»
Τέλος της φανταστικής συνεδρίας. Και έτσι χωρίς να ξοδέψω ούτε ένα ευρώ είχα αυτό - οδηγηθεί στην αρχή του μονοπατιού προς την ανακάλυψη της προσωπικής μου αλήθειας. Γιατί στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε στη μικρή αλλά με μακρά ιστορία χώρα μας ακόμη και το ένα λεπτό αποκτά αξία και τοποθετείται σε βάθρο όπως άκουσα να αναφέρεται σε μια διαφήμιση αλυσίδας σούπερ μάρκετ.
Μου έκανε εντύπωση ότι η διαφήμιση παρουσίαζε μια αληθινή κατάσταση. Πρώτη από όλους νοιάζομαι για τα μικρά μου φιλαράκια, τα κέρματα. Την προ ΔΝΤ εποχή γελούσα όταν αντίκριζα τιμές όπως 2,99 αλλά τώρα είμαι ευγνώμων γιατί οι συγκεκριμένες μου δίνουν την ευκαιρία να μαζεύω τα ενάλεπτα για να τα ανταλλάξω κάποια στιγμή με ένα εισιτήριο λεωφορείου ή ένα πακέτο μακαρόνια.
Μια κατάσταση που φυσικά δεν περίμενα να ζήσω πριν δώδεκα χρόνια ανερχόμενη υπάλληλος μιας πολυεθνικής εταιρείας. Όλα αυτά πριν εγκαταλείψω την γεμάτη προοπτικές θέση μου μετά από έναν μη δημοκρατικό διάλογο με το έτερον μου ήμισυ. Τότε ο μισθός του και μόνο ήταν αρκετός και εγώ έπρεπε να αφιερωθώ στην οικογένεια μου και στο μωρό που ερχόταν.
Δεν μπορούσε να φανταστεί την επέλαση των γερμανών. Ούτε εκείνος ούτε οι υπόλοιποι 10.000.000 Έλληνες που μέχρι εκείνη την τρομερή μέρα που τους ανακοινώθηκε η έλευση των τόσο φιλικών ανθρώπων έτρωγαν και έπιναν ολημερίς και ολοβραδίς.  Την είδηση την έμαθα από τους πρώτους χάρη στις μεσημεριανές εκπομπές και από το γεγονός πως είμαι μια απλή νοικοκυρά.
 Εν έτη 2010 αποφασίστηκε λοιπόν πως επειδή είχε επιτυχία η πρώτη εμφάνιση τους και για να γιορτάσουν και τα εβδομήντα χρόνια από τότε, έπρεπε να γυριστεί και sequel: Ο Χίτλερ και οι Έλληνες Ν2. Δυστυχώς για το ρόλο του Χίτλερ εμφανίστηκε στα δοκιμαστικά μόνο μια γυναίκα ονόματι Μέρκελ. Δεν είχαν και άλλη λύση και αποφάσισαν να την χρησιμοποιήσουν τελικά. Από ότι μαθαίνω με μεγάλη επιτυχία αφού η ταινία έχει κάνει ρεκόρ εισιτηρίων.
Για να ομολογήσω την αμαρτία μου δεν έχω πάει ακόμη να τη δω. Αλλά τι να κάνω; Είμαι του ρομαντικού. Αν δεν ξοδέψω ένα κουτί χαρτομάντιλα για μένα η ταινία δεν αξίζει.
Ορισμένες φορές όμως η μαγεία και η συγκίνηση υπάρχει και έξω από την αίθουσα των κινηματογράφων. Αυτό το διαπίστωσα τις προάλλες επιστρέφοντας από μια μικρή εξερεύνηση στους δρόμους της πόλης μου αναζητώντας και εγώ δεν ξέρω τι. Ήμουν σίγουρη πως για μια ακόμη φορά η εξόρμηση μου είχε στεφθεί από αποτυχία όταν  στη στάση του λεωφορείου έκανα μια καινούργια γνωριμία που συντάραξε τον εσωτερικό μου κόσμο.
Ο δρόμος ήταν ξεχασμένος από τις ψυχές αυτού του κόσμου αλλά εμένα μου τράβηξε την προσοχή η κίνηση ή μάλλον η απουσία κίνησης. Μια αθώα ψυχούλα καθόταν στην οροφή ενός αυτοκινήτου χωρίς να κάνει οτιδήποτε. Απλώς καθόταν εκεί και παρατηρούσε. Τι; Δεν ξέρω ακριβώς. Η ψιψίνα καθόταν στα τέσσερα ποδαράκια της με την ουρά τυλιγμένη γύρω της.
Αποφάσισα να την βαφτίσω Λίλι. Τα μάτια της φώτιζαν όλη την περιοχή. Πάντα με τρόμαζαν τα μάτια των γατιών και πάντα ζήλευα την ικανότητα τους να βλέπουν στο σκοτάδι. Το βλέμμα της το ένιωθα πάνω μου αλλά ταυτόχρονα είχα την αίσθηση πως είχε την πλήρη εικόνα όλου του δρόμου, όλου του κόσμου. Αυτή η πεποίθηση πως μπορούσε να δει πέρα από μένα, πέρα από αυτόν τον κόσμο με συνάρπαζε. Γυρνούσε να κοιτάξει τα φύλλα των δέντρων που ήταν έρμαιο στα χέρια του ανέμου και όλη της η ύπαρξη ενωνόταν με αυτή των φύλλων. Στα μάτια της ανακάλυψα τη γνώση και τη διαφύλαξη ενός μυστικού που εγώ αγνοούσα και θα έδινα τα πάντα για να το μοιραστεί μαζί μου.
Η άρνηση της στο αίτημα μου έγινε εμφανές με μια κίνηση της φατσούλας της. Αυτό με πλήγωσε αλλά ο δεσμός ανάμεσα μας δεν είχε χαθεί. Συνέχισε να με κοιτάει στα μάτια ώσπου ήρθε το λεωφορείο. Δίστασα για μια στιγμή αλλά ακούγοντας την αγριοφωνάρα του οδηγού:
«Θα ανεβείτε επιτέλους;», αποφάσισα να εγκαταλείψω τη Λίλι, ενώ την ίδια στιγμή γεννήθηκε μέσα μου η απορία:
Τι  το ξεχωριστό έχει η δικιά της ζωή που δεν το έχει η δικιά μου;
Η απάντηση ήρθε λίγες μέρες αργότερα μαζί με την βροχή.
Το ότι τον Σεπτέμβρη μπορείς να βρεθείς από τη μία στιγμή στην άλλη μούσκεμα επειδή ο καιρός αποφασίζει να παίξει παιχνιδάκια, τον κάνει τον πιο μισητό ανάμεσα στα άλλα έντεκα αδέλφια του.
Βρέθηκα να περπατώ στο δρόμο και να ανακαλώ όλες τις βρισιές που είχα μάθει, ενώ δεν είχα καμιά ελπίδα να γλιτώσω από το επερχόμενο κρυολόγημα. Οι διάφοροι περαστικοί φαντάζομαι πως έκαναν τις ίδιες σκέψεις. Τουλάχιστον όμως εγώ δέχθηκα ένα δώρο εκείνη την στιγμή που με έκανε να αντικρύσω τον κόσμο από διαφορετική όψη και άποψη.
Υπήρχε ακριβώς απέναντι από μένα, σε ένα πάρκο μια εικόνα τόσο ξένη αλλά που την έκανα δική μου κατευθείαν. Ένας σκύλος έπαιζε με τις σταγόνες της βροχής, τίποτα το ξεχωριστό. Το σημαντικό βρισκόταν στο γεγονός πως αντί το ζωντανό να προφυλαχτεί από τη μανία της φύσης, κουνούσε χαρούμενα την ουρά του και τσαλαβουτούσε στα βρώμικα νερά. Έμοιαζε τόσο μα τόσο ευτυχισμένος.
Εκείνη τη στιγμή μπόρεσα να καταλάβω και να εξηγήσω τη συμπεριφορά και την ευτυχία των δύο άγνωστων τετράποδων φίλων μου. Ήταν η ελευθερία. Απεξάρτηση από το χρήμα, από τον καταναλωτισμό, από τα κινητά ακόμα και από την ίδια σου την οικογένεια, από όλα όσα σε πνίγουν.
Γιατί εγώ όπως και οι υπόλοιποι άνθρωποι έχουμε ξεχάσει να ζούμε. Απλώς παρασιτούμε. Είμαστε το μικρόβιο σε έναν ξενιστή και σιγά σιγά τον καταστρέφουμε. Αλλά μέσα στα μάτια αυτών των πλασμάτων ανακάλυψα πως υπάρχει ακόμα ελπίδα.
         
        
Βάσια

έξι αισθήσεις δεν αρκούν

 Το χέρι που έψαχνε, στην τρύπα του βράχου και του βυθού,
όταν βρήκε αχινό γυρνώντας πίσω βελονιές γεμάτο
μαύρες ως βάθους, είπε, η αγάπη τι απαλή…

Εκεί που ο γύρος είναι η λέξη
που αρχινά από drink και τελειώνει σε ντρινγκ,
ναι, σωστά, είσαι στο ρινγκ,
όπου βάρβαρου γαντιού δέρμα τα έβαψε όλα
να είναι επάξια στης μούρης σου τον χρωστήρα,
κι ένοιωθες σαν το γεύμα, μα την μύτη θα ήταν ψέμα,
αυτή, σου λέει σαν της αγάπης τ’ άρωμα κανένα…

Στοχαστικά παρατηρώντας,
στα τσίρκα στις πλατείες στους μπαγλαμάδες,
διαόλων κάλτσες
μάγους, ταχυδακτυλούργους απάνω στο ούργο,
«μα πως το κάνει και που τα βρίσκει από πουθενά»
ν’ ανακαλύψεις,
έτσι γκαβός,
της τύφλας μύγα,
η αγάπη είδες λες τέρας θείο ομορφιάς…

Στο κέντρο άδειου τενεκέ
(για σένα γη)
να βρέχει πρόκες,
καρφιά και πρόκες
και κεραυνοί,
και κεραυνοί
και κεραυνοί,
τόσοι πολλοί,
τρεις κάθε δεύτερο
του ρολογιού σου
για κάθε αυτί
κι εσύ, κι εσύ,
κι εσύ, κι εσύ,
κι εσύ, κι εσύ,
ακούς εξαίσια πώς,
πως η  αγάπη,
σε προσκαλεί…

Πάνω στην έρημο
κάτω από ήλιο
χωρίς νερό,
όπως σκάβει στην άμμο
καταδικασμένη
από έναν θεό,
η κοκαλένια πια
άκυρη γλώσσα σου
σου λέει γλυκό
η αγάπη βότσαλο,
υγρό
και δροσερό…

Μα τι κι εμένα έκτη μου αίσθηση λέει είναι η αγάπη,
μ ένα γάντι του μποξ απαλά έχει ένα μαύρο σκαντζωτό αχινό
ένα μαύρο ημίψηλο γυαλισμένο καπέλο με το άλλο της χέρι
στο κεφάλι με βία να πατά μην της φύγει ένα άσπρο κουνέλι,
με ένα ύφος λες πως, η καρδιά της παλμός κύμβαλου που αλαλάζει,
του ηφαιστείου να κλωτσά, γκρανιτέν παγωτά, την φωτιά για να πάψει,
,,,
μα δεν φτάνουν,
μια και στέκει μακριά μην ψηθεί,,,
όχι μάγια,
γι’ αγκαλιά όμως έχω κι εγώ μαγευτεί…

                                                                 Αχιλλέας

Ανδρέας & Άντρια εδώ...

Εδώ είμαι! Επέστρεψα πριν από λίγες μέρες και είμαι παγιδευμένη μεταξύ διαβάσματος για το πτυχιακό, τα Ισπανικά και το πιάνο και της κακής σύνδεσης internet (που θα φτιαχτεί σε λίγες μέρες). Σας παρακολουθώ μέσα από τα mail σας όσο μπορώ, αν και είναι φανερό πως έχασα επεισόδια. Περιμένω να καταλαγιάσει λίγο ο χαμός των πρώτων ημερών προσαρμογής για να επανέλθω. Συγχαρητήρια για το blog! Πολύ ωραία δουλειά! Πολλά φιλιά! Άντρια
Εδώ είμαι και εγώ, διαβάζω για τις εξετάσεις εισαγωγής στο μεταπτυχιακό της σχολής μου!Δίνω σε μια εβδομάδα! Και εγω σας παρακολουθώ παρόλο που δεν συμμετέχω. Πολλοί δραστήριους σας βρίσκω.. Το μπλογκ-φόροουμ είναι πολύ καλή πρωτοβουλία! Η επιλογή του ονόματος: Bohemians, τα σπάει! Μπραβο σε όποιο το σκεφτηκε! Άμα ξεκαθαρίσει το τοπίο με το διάβασμα θα δηλώσω και εγώ παρών! Καλή συνέχεια! Αντρέας