Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

Mιχάλης : εισήγηση για τον Πέτρο Μάρκαρη


 


ΜΑΡΚΑΡΗΣ ΠΕΤΡΟΣ Γεννήθηκε στην Πόλη, όπου πέρασε τα εφηβικά του χρόνια. Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε μόνιμα από το 1964. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες και δούλεψε για πολλά χρόνια ως στέλεχος επιχειρήσεων. Από το 1976 εργάζεται ως ελεύθερος συγγραφέας. Στο θέατρο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1965 με το έργο του Η Ιστορία του Αλή Ρέτζο. Ακολούθησαν τα έργα Το Έπος του Βασιλιά Υμπύ (1972), Οι Φιλοξενούμενοι (1981), Όπως και τ' 'Αλογα (1986) και το τηλεοπτικό έργο Τυχαίο Πάθος (1988). Ασχολήθηκε συστηματικά με τη μετάφραση, κυρίως έργων του Μπρεχτ (Η Μάνα Κουράγιο και τα Παιδιά της, Βίος του Γαλιλαίου, 'Ανοδος και Πτώση του Γ' Ράιχ, Βάαλ, Οι Γάμοι των Μικροαστών, Ιστορίες του Κυρίου Κόυνερ, Ποιήματα - Επιλογή), αλλά και των Πέτερ Βάις (Η Ανάκριση), Γκρέοργκ Μπύχνερ (Βόιτσεκ), Φρανκ Βέντεκιντ (Λούλου), 'Αρτουρ Σνίτσλερ (Γαϊτανάκι) και Φραντς Ξαβέρ Κραιτς (Ούτε Κρύο Ούτε Ζέστη και Αγρότες Πεθαίνουν). Συνεργάστηκε με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στα σενάρια των ταινιών του Μέρες του '36, Μεγαλέξανδρος, Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού και Το Βλέμμα του Οδυσσέα. Έγραψε τα σενάρια των τηλεοπτικών σειρών Ιστορίες Μυστηρίου και Φαντασίας, Μια Γυναίκα από το Παρελθόν. Η τρίτη τηλεοπτική σειρά που έγραψε, η Ανατομία Ενός Εγκλήματος, απ' όπου βγήκε και το ομότιτλο βιβλίο, γνώρισε τεράστια επιτυχία. Μια σειρά δοκιμίων του πάνω στο έργο του Μπρεχτ κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ιθάκη» με τίτλο Ο Μπρεχτ και ο Διαλεκτικός Λόγος. Από τον Οργανισμό Λιβάνη κυκλοφορεί το βιβλίο του: Ανατομία Ενός Εγκλήματος.

Το βιβλίο
Η ιστορία  του Mάρκαρη εκτυλίσσεται στην Aθήνα. H ίδια η πρωτεύουσα είναι μια πρωταγωνίστρια στο  βιβλίο. Πρόκειται για μια πόλη δύσκολη, δύσθυμη, άγρια – της ταιριάζουν απόλυτα τα νουάρ τεκταινόμενα. O συγγραφέας καταγράφει τις διαδρομές σε συγκεκριμένους δρόμους, θα μπορούσε κάποιος να περπατήσει την πόλη μέσα από τις περιγραφές του. Οι Αθηναίοι αναγνώστες θεωρώ πως ταυτίζονται με τις περιγραφές, εμάς  τους υπόλοιπους ίσως κάπου μας κουράζουν.  Όπως μας κουράζει και η συνεχής, ανούσια περιπλάνηση στο λεξικό του Δημητράτου. Σαν αστυνομική ιστορία είναι ευφυέστατη στη σύλληψη, με κορυφαίο σημείο τις δημόσιες αυτοκτονίες που ωστόσο θα έλεγε κάποιος ότι πάσχουν από αληθοφάνεια. Η ροή της αφήγησης είναι ομαλή, δεν κουράζει. Bασικά της εργαλεία η ειρωνεία, το κοινωνικό σχόλιο, το απόφθεγμα, το πηγαίο χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός. Κυρίαρχο ωστόσο στοιχείο που καθηλώνει τον αναγνώστη είναι η οικειότητα των χαρακτήρων και πολύ περισσότερο των καταστάσεων που βιώνουν οι πρωταγωνιστές. Η ζωντάνια και η αυθεντικότητά τους, απογειώνει το ανάγνωσμα. Σε κανένα σημείο δεν υπάρχει η υποψία της «κονσέρβας» ή του κλισέ… Ο αναγνώστης αντικρίζει σε κάθε σελίδα ένα καθρέφτη του εαυτού του και της νεοελληνικής καθημερινότητας.
Η κριτική ματιά του πάνω στα Μ.Μ.Ε (σελ.26, 28-30) με τις τηλε-περσόνες και τον αμοραλισμό των καναλιών, οι τυχοδιωκτισμοί και οι ίντριγκες με τις εύθραυστες ισορροπίες στην ιεραρχία της αστυνομίας- όπως και σε κάθε κρατικό μηχανισμό, οι «τζάμπα μάγκες» των εξτρεμιστικών  οργανώσεων, ο ρατσισμός, οι εύκολες διαπιστώσεις του μέσου Έλληνα, τα τερτίπια των πολιτικών, (σελ. 186-260) η νεοπλουτίστικη, χυδαία αντίληψη επιχειρηματιών και οικονομικών παραγόντων( σελ. 168-169) είναι εντυπωσιακά ακριβής. Αφήνει μετά το αυθόρμητο γέλιο πολλές φορές, ένα υπόλειμμα πίκρας, παραίτησης, αγανάκτησης αλλά και συγκίνησης!   
Σε δεύτερο πλάνο και πέρα από την αστυνομική πλοκή του μυθιστορήματος, ξεπηδούν κάποια άλλα χαρακτηριστικά που κάνουν το βιβλίο εξαιρετικά ιδιαίτερο, ζεστό  και ενδιαφέρον.  
·        Η σχέση αστυνομικού- παράνομου αριστερού, πρώην αντιπάλων που ηττήθηκαν και οι δύο από έναν τρίτο, αόρατο και ύπουλο εχθρό, το κέρδος και την κοινωνική καταξίωση. ( « Α ρε μπάτσε. Κάποτε φτύναμε τους δικούς σας που έκανα τα λεφτά στραγάλια. Τώρα οι δικοί μας έκαναν την επανάσταση μπλουζάκια. Και οι δυο είναι κερδισμένοι»)  Η αμοιβαία τους εκτίμηση με το σεβασμό των ευαίσθητων σημείων του καθενός. Η κοινή τους ως ένα σημείο πορεία με διαφορετικές ωστόσο αφετηρίες. Η πορεία της εντιμότητας, της αξιοπρέπειας, των αξιών. Τελικά αυτό που έχουμε ανάγκη σήμερα μήπως είναι πρώτιστα η συνέπεια σε κάποιες αξίες; Οποιεσδήποτε αξίες;;
·        Η αποκάλυψη της αλήθειας με τις επαναστατικές οργανώσεις και το αδιέξοδο του αγώνα τους. Οι  στιγμές με το τραγούδι του ΤΣΕ και κύρια η διπλή ήττα της αριστεράς σε πολιτικό και μετά -το πιο επώδυνο- ιδεολογικό επίπεδο (σελ 202).
·        Ο ανυπόκριτος σεβασμός του Εσατζή βασανιστή για το σθένος του αρχηγού της οργάνωσης Γιαννέλη, η περιφρόνησή του για τους «επαναστάτες» σημερινούς υπηρέτες του συστήματος.
·        Η πορεία της Γιαννέλη –μια διχασμένη ζωή ανάμεσα στον αριστερό πατέρα και το βασανιστή σύζυγο
Όλα τα παραπάνω δίνουν μια τραγική διάσταση, ίσως μια τραγική ειρωνία που θεωρώ πως είναι το κρυφό χαρτί στην επιτυχία του βιβλίου.  
          
Ο ήρωας
O βασικός πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο αστυνόμος Xαρίτος. Zει στο Παγκράτι, οδηγεί Mιραφιόρι, είναι παντρεμένος. Eίναι βαρύθυμος, κυνικός και γκρινιάρης, ταιριαστός με το μέσο Έλληνα, αλλά επίσης στοργικός πατέρας, τίμιος δουλευταράς. Δεν έχει καμιά σχέση ή ομοιότητα με τον Ηρακλή Πουαρό της Αγκάθα Κρίστι ούτε βέβαια με τον Φίλιπ Μάρλοου του Ρέημοντ Τσάντλερ. Θυμίζει όμως αμυδρά τον αστυνόμο Μαιγκρέ του Ζορζ Σιμενόν και είναι κατά κάποιον τρόπο ο διάδοχος του εμβληματικού αστυνόμου Μπέκα, ήρωα του Γιάννη Μαρή, του εισηγητή της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα τη δεκαετία του '50.
Mπορεί να είναι όργανο της τάξης, αλλά δεν τα κάνει όλα σύμφωνα με τους κανονισμούς και τους νόμους. H γραφειοκρατία τον κουράζει. Παρακάμπτοντάς την, η επαγγελματική του ζωή απέχει από το «πολιτικά ορθό». O Xαρίτος βιοπορίζεται και συγχρωτίζεται με το ελληνικό δημόσιο και ο Mάρκαρης καταγράφει αυτά που ήδη γνωρίζουμε: «Tο ελληνικό δημόσιο έχει έτσι κι αλλιώς πάνω από δέκα χιλιάδες ρουσφέτια να ικανοποιήσει, συνεπώς εμείς θα μέναμε με τη γλύκα», «Aφού έτσι κι αλλιώς σ’ αφήνουν στάσιμο, γιατί να σκοτώνεσαι στη δουλειά κι αποπάνω;» «Eίπαμε να γίνω αστυνομικίνα για να βολευτώ κάπου μόνιμα».
Ένας ήρωας συμπαθητικός, απλός, απομυθοποιημένος. Ένα πρόσωπο που το παρακολουθούμε σε κάθε βήμα, πάσχουμε μαζί του, αισθανόμαστε, γευόμαστε, μυρίζουμε, ακουμπάμε, ανακαλύπτουμε, απλά και ήσυχα μαζί του.  Ένας ήρωας κυριολεκτικά και όχι φαινομενικά της διπλανής πόρτας.


Δευτερεύοντες ήρωες.
Η Αδριανή: ( σύζυγος, νοικοκυρά, μητέρα- Η αντίληψη ωστόσο για τη γυναίκα της περασμένης γενιάς σελ. 16,18,40,42,60).
Σωτηρόπουλος: ( Ο άνθρωπος που βιώνει την τρέλα του επαγγέλματος και προσπαθεί να συμβιβάσει τις προσωπικές του αξίες με τις ανάγκες της δουλειάς του. Ευφυής, αεικίνητος, μέσα σε όλα, διορατικός)
Κούλα: ( Πανέξυπνη, ευαίσθητη, καταφερτζού. Θαυμάσια εικόνα του αδιέξοδου της νέας γενιάς, της εγκλωβισμένης σε ασφυκτικά πρότυπα και κανόνες μιας κοινωνίας παράδοξης και αντιφατικής) 
Ζήσης: (Ο πιο πετυχημένος ίσως δευτερεύων χαρακτήρας. Ανάγλυφα δοσμένα τα στοιχεία του ηττημένου αριστερού που έχει αποσυρθεί. Σοφός μέσα στην ήττα και την προσωπική του μοναξιά)
Γιαννέλη: (Η ηθική αυτουργός, άλλο ένα τραγικό πρόσωπο του έργου. Ο Μάρκαρης αθόρυβα και σοφά τη «δικαιώνει» στην απονομή της εκδίκησής της. Καμιά τιμωρία για την σφοδρή της «δικαιοσύνη», καμία μομφή για τα κίνητρά της)
Γκίκας:  (Θαυμάσια περιγραφή του χαρακτήρα ενός αστυνομικού που ακροβατεί και ελίσσεται καθημερινά ανάμεσα στους πολιτικούς του προϊσταμένους,  τις δημόσιες σχέσεις την ανάγκη για το αποτέλεσμα και την προσωπική του πρωτίστως καταξίωση).

Στοιχεία Πλοκής.
  • Το αδιέξοδο στη μέση περίπου του βιβλίου ( σελ.228) που θεωρείς πως όλα πρέπει να αρχίσουν από την αρχή.
  • Ο «ένοχος» που θέλει να κάνει γνωστά τα κίνητρά του, να δικαιώσει τις επιλογές του. Διαλέγει ένα πρόσωπο που εκτιμά -πάντα- να γίνει ο ιμάντας μεταβίβασης και γνωστοποίησης των αποκαλύψεων.
  • Τα στοιχεία για την αποκάλυψη που βρίσκονται σκόρπια και πολλές φορές ωστόσο επαναλαμβάνονται σε διαφορετικά σημεία του συγγράμματος ( η δημόσιες αυτοκτονίες, ο εκνευρισμός της Γιαννέλη όταν ο Χαρίτος προσπαθούσε να συνδυάσει τις επιχειρηματικές σχέσεις των θυμάτων αντί του κοινού τους αριστερού τους παρελθόντος. Τα προσποιητά εγκώμια στις βιογραφίες των θυμάτων




Τίτλος – έναρξη αφήγησης  Αναμφισβήτητα απόλυτα πετυχημένος ο τίτλος του βιβλίου, εντυπωσιακή η σκηνή της πρώτης δημόσιας αυτοκτονίας του Φαβιέρου live στα τηλεοπτικά κανάλια.

Πιθανά θέματα για συζήτηση:  Ζούμε το τέλος των ιδεολογιών;; Προχωρούν μπροστά οι κοινωνίες χωρίς τους απόλυτα ιδεολόγους ( φανατικούς πολλές φορές)  και που στην πορεία συντρίβονται;; Πόσο δύσκολο είναι το εγχείρημα ενός αστυνομικού μυθιστορήματος με τις κοινωνιολογικές, πολιτικές, ιδεολογικές προεκτάσεις σαν τον «τσε» του Μάρκαρη και τελικά, μήπως είναι εντελώς απαραίτητες;;   


Μια πρόσφατη συνέντευξη του Πέτρου Μάρκαρη

Οι τελευταίες μέρες της Ελληνικής Πομπηΐας;

Στον καταραμένο τόπο το Μαη μήνα βρέχει. Ετσι έλεγε η συχωρεμένη η μάνα μου.
Αν κρίνω από τις εφημερίδες, οι πολιτικοί αρχηγοί αποδείχτηκαν «κατώτεροι των περιστάσεων» στο Συμβούλιο Αρχηγών Κομμάτων. Ψάχνω να βρω πόσες φορές οι πολιτικοί της Ελλάδας αποδείχτηκαν «ανώτεροι των περιστάσεων», τα τελευταία τριάντα χρόνια. Αυτό το ξέραμε. Εκείνο που ανακαλύπτουμε τώρα είναι πόσο κατώτεροι των περιστάσεων είναι και οι πολιτικοί της Ευρωζώνης. Από τον Ολι Ρεν, στον Βαν Ρόμπεϊ, ως τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ και τον πρωθυπουργό της Ολλανδίας, ο καθένας βγαίνει και λέει το δικό του, αδιαφορώντας για την αναστάτωση που προξενεί και τη ζημιά που μας κάνει. Κάποτε, με επικεφαλής τον πρωθυπουργό, τα φορτώναμε όλα στους κερδοσκόπους. Τώρα, ξυπνάμε κάθε πρωί έντρομοι, όχι μόνο εμείς, αλλά και οι κερδοσκόποι, με τις δηλώσεις των πολιτικών και των εγκεφάλων της ΕΕ.
Πάρτε, για παράδειγμα, τη συναίνεση. Εντάξει, και εγώ τη θέλω. Και διαφωνώ με τη στάση της ΝΔ και του Αντώνη Σαμαρά. Υπάρχει, όμως, ένα όριο στο να εκβιάζεις τη συναίνεση με τα λεφτά στο χέρι. Από ένα σημείο και μετά, η εμμονή σου δημιουργεί ζήτημα επέμβασης στη λειτουργία των κομμάτων και στην αυτόνομη χάραξη της πολιτικής τους σε μια δημοκρατική χώρα -μέλους της ΕΕ. Το γεγονός ότι τα δυο κόμματα εξουσίας στην Πορτογαλία αποδέχτηκαν τη συναινετική εφαρμογή των όρων του Μνημονίου, μπορεί να αποτελεί ευχή (και δική μου), δε δημιουργεί όμως νομικό προηγούμενο, ούτε δεδικασμένο για την Ελλάδα.
Αν υποθέσουμε ότι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ καταλήξουν τώρα σε συναίνεση, αλλά στα μέσα της εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος, η συναίνεση σπάσει, τι θα κάνει τότε ο κύριος Ολι Ρεν; Θα ζητήσει αλλαγή του συντάγματος και ένα μονοκομματικό κράτος, για να έχει ήσυχο το κεφάλι του ότι το πρόγραμμα θα εφαρμοστεί; Στο κάτω-κάτω, η Ελλάδα έχει εκλεγμένη κυβέρνηση με άνετη πλειοψηφία, η οποία την εκπροσωπεί διεθνώς. Μόνο μ’αυτή έχει δικαίωμα να συνάπτει συμφωνίες η ΕΕ, όχι (και) με την αντιπολίτευση.
Και η Ελλάδα, και η Ισπανία, και η Πορτογαλία, πέρασαν από άγρια δικτατορικά καθεστώτα στην πρόσφατη ιστορία τους. Και όμως, οι θεσμοί τους λειτουργούν άψογα και χωρίς παρεκτροπές σε συνθήκες οξύτατης οικονομικής κρίσης. Αντίθετα, είναι ορισμένες από τις κάποτε φιλελεύθερες, ανοιχτές χώρες της Ευρώπης, των οποίων οι κυβερνήσεις εξαρτούν σήμερα την επιβίωση τους από τη στήριξη ακροδεξιών κομμάτων. Και μας το παίζουν σκληροί, για να καθησυχάσουν τους ακροδεξιούς, ευρωσκεπτικιστές, εταίρους τους.
Μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ, όλοι πιστέψαμε ότι η ΕΕ θα γινόταν κάτι σαν τον «Κήπο των Φίτζι -Κοντίνι» του Βισκόντι. Τώρα διαπιστώνουμε ότι είναι πιο κοντά στό Μπαξέ-Τσιφλίκι του Τσιτσάνη. Βέβαια, οι αστοχίες των πολιτικών της Ευρωζώνης δεν απαλλάσσουν τα ελληνικά πολιτικά κόμματα από τις αμαρτίες τους. Από μια άποψη ο Γιώργος Παπανδρέου αποδεικνύεται προφητικός, όταν έλεγε πως η είσοδος μας στο ΔΝΤ θα περιόριζε την εθνική κυριαρχία μας. Οι πρόσφατες επεμβάσεις των ηγετών της Ευρωζώνης το επιβεβαιώνουν. Μόνο που η προφητεία βγαίνει σωστή και λόγω της τεράστιας καθυστέρησης του ΠΑΣΟΚ να εφαρμόσει τους όρους του Μνημονίου. Και δεν πείθουμε κανέναν, όταν λέμε ότι το Μνημόνιο ήταν λάθος, αφού δεν έχουμε εφαρμόσει ακόμα τους πιο κρίσιμους όρους του.
Όσο για τον Αντώνη Σαμαρά και τη ΝΔ, έχουν οχυρωθεί πίσω από την επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, λες και είναι στο χέρι τους. Ποιον θα βρουν στην ΕΕ να δεχτεί τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, συν την αύξηση των συντάξεων, συν καμιά απόλυση, όπως προτείνουν; Το παίζουν σαν να είναι σε θέση να εφαρμόσουν το «Ζάππειο ΙΙ» ανεξάρτητα από τους Ευρωπαίους, κάτι που είναι μύθος, αν όχι ψέμα, και δεν έχουν καμιά εναλλακτική πρόταση, στην περίπτωση που οι Ευρωπαίοι θα πουν όχι.
Το πρόβλημα σε μια χώρα, όπου οι υπουργοί ψηφίζουν νόμους, όχι για να τους εφαρμόσουν κατανάγκη, αλλά συνήθως, για να κρυφτούν πίσω τους, είναι η τεράστια άβυσσος που χωρίζει την ηδονή του λόγου από την ατολμία της πράξης.
Από το «βυθίσατε το Χόρα» του Ανδρέα Παπανδρέου, στο «αρχιερέας της διαπλοκής» του Κώστα Καραμανλή, ως το «ο Παπανδρέου είναι ο Πινοτσέτ της Ελλάδας» του Αλέξη Τσίπρα γινόμαστε μάρτυρες ενός διαγωνισμού καταγγελτικών διατυπώσεων, με τους οποίους ηδονίζονται οι πολιτικοί μας. Ο Γιώργος Παπανδρέου είναι, όμως, τόσο Πινοτσέτ, όσο είναι Σαλβατόρ Αλλιέντε ο Τσίπρας.
Ο κύκλος των περιπετειών της Ελλάδας άρχισε το 2004 με μια κυβέρνηση, που θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς με τον τίτλο μιας ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου: «Οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας». Μόνο που η κοιλάδα δεν ήταν εύφορη, όπως νόμιζαν και όπως νομίζαμε.
Τώρα ο κύκλος κινδυνεύει να κλείσει με την ταινία του Μασέλ Λ’ Ερμπιέ «Οι Τελευταίες Μέρες της Πομπηΐας».

Δεν υπάρχουν σχόλια: