Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

ανισες εξισώσεις.. του γιάννη βελούδη


η γλώσσα των νέων :

Οι «φωνές επαγρύπνησης, διαμαρτυρίας και πόνου για τη χαμηλή στάθμη της χρήσης της [γλώσσας μας]» δεν έχουν πάψει να ηχούν στ’ αυτιά μας εδώ και είκοσι περίπου χρόνια –πολλές φορές μάλιστα σαν σειρήνες ασθενοφόρου, ή και περιπολικού. Και αν κάποτε προκαλούσαν «ευεξήγητες εκατέρωθεν αντιδράσεις», αυτό ήταν το «αναγκαίο κακό κάθε καλού αγώνα για μια καλύτερη ελληνική γλώσσα». «Τίποτε, άλλωστε, απ’ όσα λέγονται και γράφονται ως επισημάνσεις ή συνηγορίες για μια καλύτερη ποιότητα ελληνικής γλώσσας δεν πάει χαμένο.»
            Τα παραθέματα[i] δεν μπορεί παρά να προκάλεσαν σύγχυση στον προσεχτικό αναγνώστη. Η χρήση της γλώσσας μας ταυτίζεται άραγε με την ίδια τη γλώσσα μας; (Μόνο έτσι η χαμηλή στάθμη της πρώτης θα σήμαινε και χαμηλή στάθμη της δεύτερης, δικαιολογώντας «τον καλό αγώνα για μια καλύτερη ελληνική γλώσσα».) Αλλά, αν έτσι είναι τα πράγματα, πώς οι συντάκτες του κειμένου που παραθέτω καταφέρνουν να γράψουν καλά ελληνικά; Ή μήπως, τελικά, δεν γράφουν και τόσο καλά ελληνικά; (Η αμφίβολης αισθητικής έκφραση «για μια καλύτερη ποιότητα ελληνικής γλώσσας» μοιάζει να αντιμάχεται το εμπρόθετο περιεχόμενό της, και οι συντάκτες της να γίνονται σε κάποιο βαθμό θύματα του γνωστού μας «Δάσκαλε που δίδασκες…!») Να σκηνοθέτησαν, πάλι, τόσο σχολαστικά τις αιτιάσεις τους, μπολιάζοντάς τες επίτηδες με μια άστοχη έκφραση; Μάλλον απίθανο. Να έκαναν λάθος κι αυτοί στη χρήση; Το πιο πιθανό –και το πιο φυσικό–, θα ψιθύριζα στο αυτί του αναγνώστη που μπερδεύτηκε, μόνο και μόνο επειδή θέλησε να είναι προσεχτικός!
            Τα λάθη είναι συχνό φαινόμενο στο λόγο, τόσο όταν μιλούμε ή γράφουμε τη γλώσσα μας όσο και όταν μιλούμε ή γράφουμε για τη γλώσσα μας (τη δεύτερη περίπτωση τη βαρύνουν και γλωσσολογικά λάθη). Ορισμένα από τα πρώτα –θα τα χαρακτήριζα, ακριβέστερα, «λάθη»– συζητώ στη συνέχεια, όσο ο χώρος το επιτρέπει, με σημείο αναφοράς μια «προκλητική» πτυχή της ελληνικής, τη λεγόμενη ‘‘γλώσσα των νέων’’.
            Είναι γνωστές οι σχετικές κατηγορίες για «φθορά», «αφελληνισμό», «εκβαρβάρωση» και επικείμενο «θάνατο» της γλώσσας μας˙ γνωστά είναι λίγο πολύ και τα «τεκμήριά» τους. Οι νέοι/νέες μας
- χρησιμοποιούν ένα πολύ περιορισμένο λεξιλόγιο στην καθημερινή τους επικοινωνία
- παραμορφώνουν τη γλωσσική δομή αλλάζοντας τη σύνταξη ή τη ‘‘διάθεση’’ των ρημάτων (μας την πέσανε, δε λέει [=όχι˙ αμετάβατο], παίζει [=συμβαίνει˙ απρόσωπο], πάμε πλατεία, σπάστηκα [=εκνευρίστηκα]), τη σειρά ή τον αριθμό των συλλαβών (λόστρε <τρελός, ζα <πρέζα, τσοι <μπάτσοι), τη σειρά των φθόγγων (χίος <όχι)
- αναστατώνουν τον ‘‘παραγωγικό’’ μηχανισμό: αργότερα >αργοτερότερα, γάτα >γατόνι, τασάκι >τασάκος, φυτό [=σπασίκλας] > φύτουλας
- αλλάζουν τις σημασίες των λέξεων: δε μασάμε [=δεν πιανόμαστε κορόιδα], ξιδάκιας [=αλκοολικός], στόκος [=χαζός]
- ανατρέπουν τη διάκριση ‘‘μιλώ/χυδαιολογώ’’: ρε μαλάκα, ρε πούστη σε φιλικές (μεταξύ τους) προσφωνήσεις, γαμώ σε επιτατικές εκφράσεις, π.χ. και γαμώ τα γέλια [=έγινε πολύ γέλιο], χέστηκα! [=αδιαφορώ], γάμησέ τα! [=πολύ καλά/κακά]
- δανείζονται αλόγιστα από ξένες γλώσσες, ιδιαίτερα από τα αγγλικά
- περιφρονούν κοινωνικά κατοχυρωμένες κανονικότητες, π.χ. χρήση πληθυντικού αριθμού όταν απευθυνόμαστε σε άγνωστους και μεγαλύτερους.
Η «ακηδία» των νέων εύκολα μπορεί να οδηγήσει στην κηδεία της
γλώσσας μας, λένε οι φωνές. Αφανής καταλύτης αυτής της προφητείας, ο κοινός τόπος ‘‘οι νέοι είναι το αύριο του έθνους μας’’, που αφήνεται να δράσει υπόγεια, υποβάλλοντας ένα ζοφερό γλωσσικό αύριο, αυτό ακριβώς που θα καθορίζουν οι «γλωσσικά ανεπαρκείς» νέοι/νέες του σήμερα˙ και, προφανώς, ένα ακόμη ζοφερότερο μεθαύριο που θα εγγυώνται  τα παιδιά τους, οι νέοι/νέες του «αύριο», πάνω στην «αφελληνισμένη» γλωσσική βάση που θα τους έχει κληροδοτηθεί. Ξεχωρίζω δύο από τις αθέμιτες εξισώσεις που τρέφουν –αν δεν τρέφονται από– αυτόν τον «αυριανισμό»:
  1. Μια ποικιλία της γλώσσας με όλα τα χαρακτηριστικά του εφήμερου,
περιορισμένη τοπικά (νεανικές παρέες, νεανικά περιοδικά) και χρονικά (μικρές σχετικά ηλικίες), θεωρείται αυθαίρετα ως η μοναδική ποικιλία της ελληνικής που γνωρίζουν οι νέοι/νέες: ‘‘γλώσσα των νέων’’ = η ελληνική των νέων! Άραγε με αυτήν την ποικιλία γράφουν στις εξετάσεις τους για το πανεπιστήμιο ή απευθύνονται προς έναν ηλικιωμένο (εκτός αν για δικούς τους –μη γλωσσικούς, πάντως– λόγους θέλουν να προκαλέσουν); Προφανώς όχι. Το φαινόμενο είναι διαχρονικό, αλλά και διαγλωσσικό, απαντάται δηλαδή σήμερα, όπως και παλιότερα, σε πολλές γλώσσες. Και δε θα διεκδικούσα καμιά πρωτοτυπία, αν μιλούσα για το συνθηματικό χαρακτήρα της ‘‘γλώσσας των νέων’’ και τη λειτουργία της ως γλωσσικής ταυτότητας και παράγοντα αλληλεγγύης.[ii] Θα ήθελα όμως να πω δυο λόγια για την τεχνική της ανάπτυξης αυτής της ποικιλίας, με αφορμή τη δεύτερη αθέμιτη εξίσωση:
  1. Λάθη που οφείλονται πράγματι σε άγνοια της γλώσσας, π.χ. *θα δεν
έρθει, *μη θα έρθεις, *να δεν πάει, *έρθει μην έρθει –για να περιοριστώ σε δείγματα λαθών με άρνηση–, και δε γίνονται ποτέ από ομιλητές/τριες οποιασδήποτε ηλικίας, εξισώνονται σιωπηλά με «λάθη» που ισχύουν από καταβολής γλωσσών, καθώς κινητοποιούνται από την ανθρώπινη φύση και την ίδια τη γλωσσική γνώση. Η ‘‘αναλογία’’, η ‘‘απλολογία’’, ‘‘επανενίσχυση’’ βρίσκονται συνήθως πίσω τους. Το καλυτερότερος π.χ. από μια άλλη άποψη, που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα, για να μην πω με συγκινεί, ως γλωσσολόγο, μαρτυρεί γνώση της γλώσσας: ο «αναδιπλασιασμός» της παραγωγικής κατάληξης του συγκριτικού βαθμού επιστρατεύεται από το νεαρό ομιλητή
για να διπλασιάσει την ένταση του χαρακτηρισμού, γιατί ο τυπικός τρόπος, καλύτερος, αποδεικνύεται για την περίπτωση «λίγος», και χρειάζεται ενίσχυση˙ το ίδιο, διαχρονικά ενεργό στη γλώσσα μας, φαινόμενο δεν έχουμε και με το διπλασιασμό της άρνησης στο Ούτε ο Γιάννης δεν ήρθε, ενισχυμένη εκδοχή του –κατά τα άλλα ισοδύναμου– Ούτε ο Γιάννης ήρθε;

Γενικότερα, οι γλωσσικές πρωτοβουλίες των νέων φαίνεται να ανάγονται στο σχήμα ‘‘παραλλαγές πάνω σ’ ένα (γνωστό) θέμα’’, με κύριο, και ευνόητο, χαρακτηριστικό τής (προς πάσα κατεύθυνση) εφαρμογής του την υπερβολή˙ το πάμε πλατεία π.χ. έχει «υπόψη» του την ορθόδοξη σύνταξη πάω σχολείο˙ ο περιορισμένος αριθμός λεξικών μορφών (όχι σημασιών) και η περικοπή συλλαβών έχουν πίσω τους τη συνθηματικότητα και κρυπτικότητα άλλων, παλιότερων, ποικιλιών˙ η προσφώνηση μαλάκα (άνευ γένους) έχει στο παρελθόν της το γνωστό μας ρε (<μωρέ [=βλάκα], άνευ γένους-αριθμού)˙ το (και) γαμώ ενισχύει, με τη συγκεκριμένη επιλογή, την κλασική επιτατική λειτουργία τού και. Όσο για τον «άκριτο δανεισμό» από τα αγγλικά, οι αναμάρτητοι πρώτοι τον λίθον βαλέτωσαν! (By the way, να αναλογιστούμε και πόσοι «γαλλισμοί» έχουν εγκατασταθεί στη γλώσσα μας μέσω της ‘‘καθαρεύουσας’’– των μεγάλων, όχι των νέων;)
            Για να γίνω επιθετικότερος, επιβάλλεται να αναγνωριστεί η γλωσσική δημιουργικότητα των νέων, για να φανεί η προσήλωσή της σε κανονικότητες που χαρακτηρίζουν τη γλώσσα μας, αλλά και τις γλώσσες γενικά. Είναι γνωστή, διαχρονικά και διαγλωσσικά, η μετακίνηση από αισθητηριακές σημασίες σε γνωστικές, ‘‘επιστημικές’’, σημασίες:[iii]
(α) Να θυμηθούμε το αρχαιοελληνικό οίδα [=έχω δει = γνωρίζω] και τα
γνωστά μας βλέπεις [=κατανοείς] τι λέω; ανοιχτομάτης, κρυστάλλινη διατύπωση, φωστήρας, δίπλα στα «ανορθόδοξα» σημερινά μου ‘ρθε φλασάκι [=ξαφνική ιδέα], την είδε [=θεώρησε ότι είναι] αρχηγός, χλομό [=μη πιθανό], αστέρι [=εξαιρετικός], τζάμι [=άψογος] (όραση);
     (β) Να θυμηθούμε τα παλιότερα χάφτας, κατάπια την προσβολή, άνοστο αστείο, αλλά και το ευαγγελικό την δε κάμηλον καταπίνοντες, δίπλα στα σύγχρονα δε μασάμε, μασάει η κατσίκα ταραμά; ή δε σφάξανε! [=άρνηση] (γεύση);
     (γ) Να θυμηθούμε τα αποδεκτά αναψηλάφηση (της δίκης), πολύ τα ψειρίζεις!, κρύε! μαζί με τα «απορριπτέα» την ψαχουλεύτηκα (την υπόθεση), είναι κολλημένος, (έχει στο μυαλό) σφηνωμένη τυρόπιτα [=δεν καταλαβαίνει] (αφή);
            Πάντως, σίγουρα να μην ξεχάσουμε ότι η γλώσσα των νέων αποτελεί πλούτο, κι όχι απειλή για την ελληνική!


[i] Έχουν όλα αλιευθεί από την εναρκτήρια παράγραφο του βιβλίου Ελληνική γλώσσα: Αναζητήσεις και συζητήσεις, Ελληνικός Γλωσσικός Όμιλος, εκδ. Καρδαμίτσα, 1986, σ. 9.

[ii] Για τα γνωρίσματα αυτά της νεανικής «αφασίας», αλλά και τη διεθνικότητα της σχετικής κινδυνολογίας, βλ. το κείμενο, και τη βιβλιογραφία, του Γιάννη Ανδρουτσόπουλου “Η γλώσσα των νέων σε συγκριτική προοπτική: Ελληνικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά”, στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα, Πρακτικά της 17ης Ετήσιας Συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1997, σ. 562-576, απ’ όπου και το μεγαλύτερο μέρος του υλικού που παραθέτω.

[iii]Βλ. Eve Sweetser, From Etymology to Pragmatics, CUP, 1990. Για μια πρώτη απόπειρα εφαρμογής του μοντέλου της στην καθ’ ημάς “γλώσσα των νέων” βλ. Βασιλική Μητροτάσιου, Γνωστική σημασιολογική προσέγγιση λέξεων και εκφράσεων, μεταπτυχιακή εργασία, Τομέας Γλωσσολογίας Α.Π.Θ., 1996.


 Επιλογή βιβλιογραφίας

Ανδρουτσόπουλος Γιάννης, «Γλώσσα των νέων και γλωσσική αγορά της νεανικής
κουλτούρας», στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα, Πρακτικά της 18ης Ετήσιας Συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.,
Θεσσαλονίκη, 1998, σ. 41-55.
Βελούδης Γιάννης, «Η σημασιολογία της ελληνικής γλώσσας», υπό δημοσίευση στο ειδικό
τεύχος-αφιέρωμα Η ελληνική γλώσσα στον 21ο αιώνα του περιοδικού Μέντορας, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
Iordanidou A. και Androutsopoulos I., «Teenage Slang in Modern Greek», στο
G.Drachman, A. Malikouti-Drachman, G. Fykias και C. Klidi, Greek Linguistics ’95 – Ελληνική γλωσσολογία ’95, Proceedings of the 2nd International Conference on Greek Linguistics, University of Salzburg, 1997, σ. 267-276.
Νικηφορίδου Κ., «Η μεταφορικότητα της σκέψης: Φιλοσοφικές και γλωσσολογικές προσεγγίσεις», στο Δ. Κατή, Μ. Κονδύλη και Κ. Νικηφορίδου (επιμ.), Γλώσσα και νόηση, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1999, σ. 163-178. 



Φωτορεπορτάζ από τα Πορόϊα ...

Ο Σταύρος ανεβασμένος... στην πλάτη της Άντριας
Η σχέση μας ολοκληρώθηκε
αλυσοδεμένος με χειροπέδες και χωρίς νερό...
καφές με 1 ευρώ, καπουτσίνο 1,50 στα Πορόϊα
ποιός ήταν στο δωμάτιο έξι και ποιός ήταν σ..έξι
Ο ξενώνας με τη σερβάντα στο δωμάτιο έξι






Ένα πρωινό...


Για μια ακόμη φορά τα έψαλλα στη Διευθύντριά μου... στον ύπνο μου, μη παίρνετε θάρρος. Ένα ακόμα πρωινό. Όσο σκατά – με συγχωρείτε για την έκφραση αλλά κάτι σε Zafon δεν έχω πρόχειρο – και εάν είναι η ζωή μου κάτι με σηκώνει από το κρεβάτι το πρωί και στις περισσότερες των περιπτώσεων με πολύ καλή διάθεση. Ίσως έτσι επαληθεύεται το quotation κάποιου σε ένα power point που μου έστειλε η φίλη μου Δέσποινα. «’Ενα πράγμα έμαθα από τη ζωή – it goes on».
Ξεκίνησα από το σπίτι για τον τερματικό σταθμό Νεαπόλεως με το αυτοκίνητο. Εκεί αφήνω το αμάξι και επιβιβάζομαι στο 25 με κατεύθυνση την Πλατεία Ελευθερίας από όπου θα πάω το 5 για το γραφείο, όπου θα περάσω την υπόλοιπη μέρα βρίζοντας από μέσα μου. Με βολεύουν και οι γραμμές 6 και 33 αλλά για κάποιο λόγο προτιμώ το 5. Στην έκτη Δημοτικού ο Δάσκαλός μας σε μια προσπάθεια ίσης αντιμετώπισης των μαθητών, έδωσε στον καθένα από εμάς ένα νούμερο. Τα νούμερα ήταν γραμμένα πάνω σε φασόλια και όταν επέλεγε ποιός ή ποιά θα πει το μάθημα άρπαζε ένα φασόλι. Εγώ είχα το νούμερο 5. Δεν μου έχει φέρει συνειδητά γούρι αλλά για κάποιο λόγο 5 κρίκους διαίτης θα πάρω από το φούρνο, 5 κουλουράκια με σοκολάτα. Λέω... να έχω να κεράσω. Λέω...δεν πράττω.
Μου αρέσει η διαδρομή με το λεωφορείο το πρωί πρις τις οκτώ. Είναι μέσο μεταφοράς. Το «μαζικής» δεν το αισθάνεσαι. Με εκνευρίζει η μουσική που ακούγεται από το ΜP3 της νεαρής κυρίας στο μπροστινό κάθισμα. Για τον άλλο παύει να είναι μουσική, είναι απλά θόρυβος. Επόμενη στάση Αυστραλίας...Next stop Αυστραλίας. Άσχετο – ανακάλυψα ξαδέλφη στην Αυστραλία. Οι παππούδες μας αδέλφια. Επίσης άσχετο. Θα ήθελα να ήξερα την ιστορία πίσω από την ονομασία των στάσεων. «Ρουμάνικα», «Γέφυρα». Πού είναι η γέφυρα;
Φτάνω πλατεία Ελευθερίας και επιβιβάζομαι στο 5. Κάθομαι κατευθείαν στη θέση μου. Δεν κόβω εισιτήριο, όχι γιατί ανήκω στο κίνημα  «Δεν πληρώνω», αλλά γιατί έχω κάρτα ετήσια. Κάθομαι πίσω στις 4 θέσεις αντικριστά. Εκεί έχει χώρο περισσότερο και με βοηθά στην ανάγνωση του βιβλίου μου. Οι άλλες θέσεις είναι στενές και λόγω πρεσβυωπίας ζορίζομαι. Έχω πάντα ένα βιβλίο μπροστά μου γιατί αλλιώς η διαδρομή με το λεωφορείο είναι κουραστική. Σήμερα το βιβλίο το ξέχασα και επιδόθηκα στο να παρατηρώ ανθρώπους, γεγονός που με βοήθησε να διαπιστώσω γιατί, για λόγους αυτοπροστασίας, το αποφεύγω και σκύβω πάνω από ένα βιβλίο. Στην πρώτη στάση ανεβαίνει μια μαμά με ένα παιδί. Η μαγική, τέλεια σχέση. Η πληρότητας της γυναίκας. Εγώ δεν είμαι μητέρα – τικ τακ, τικ τακ... Πιο δίπλα βλέπω μαθητές με το χαρακτηριστικό σάκκο και ντύσιμο και σκέπτομαι μια δεύτερη ευκαιρία... αλλά ότι το παίρνω αμέσως πίσω. Να αποτύχεις μια φορά ναι – δύο φορές στο ίδιο πράγμα δεν παλεύεται. Δίπλα, μπροστά από πίσω μου ή και από όλες τις μεριές ακούω σπαστά ελληνικά. Αυτή η άσχημη προφορά και η κακή γραμματική με εκνευρίζουν πάρα πολύ. Αισθάνομαι απειλή; ναι. Γιατί; δε ξέρω.
                Παρατάω την παρατήρηση – δεν μου κάνει καλό και κοιτώ προς τη θάλασσα. Η διαδρομή μου αρέσει. Ωραία αυτή η πλευρά της Θεσσαλονίκης. Θα κατέβω Μαρτίου – να περπατήσω λίγο μέχρι το Βαφοπούλειο που είναι η στάση μου.

                Αύριο με βιβλίο.
                                                                                                                                          Μ.  Σκ.

H Αντιγόνη παρουσιάζει το πρώτο βιβλίο της

Δευτέρα 28/2 στις 7μμ στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης στην Εθνικής Αμύνης.
Γιατί μαμά ;

Τρίτη 1 Μαρτίου ο Ζουργός στο Bohemians

 Eκτάκτως λοιπόν, εκείνη την Τρίτη μαζευόμαστε στις 7 στο στέκι μας. Η Φιλοθέη θα μας έλθει με τον Ισίδωρο Ζουργό για να τον γνωρίσουμε από κοντά και να τον ρωτήσουμε πως τα καταφέρνει τόσο καλά να μας ταξιδεύει. Ετοιμάστε απορίες, σχόλια και ιδέες για να τον βοηθήσουμε να αφουγκραστεί κι αυτός τις μικρές αγωνίες των συγγραφέων στο αυγό.

βραβεία σε αουτσάιντερ


Στην ποιήτρια Κική Δημουλά απονέμεται κατά πλειοψηφία το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας 2010 για το σύνολο του έργου της. Ηδη πολυβραβευμένη και ακαδημαϊκός, «γεμίζει» με μία ακόμα διάκριση το βιογραφικό της, που δεν προσθέτει και δεν αφαιρεί τίποτα στην ποιητική της αξία.
Με το πρώτο της μυθιστόρημα, η Βασιλική Ηλιοπούλου βραβεύεται Με το πρώτο της μυθιστόρημα, η Βασιλική Ηλιοπούλου βραβεύεται Είναι, πάντως, η τελευταία χρονιά που δίνονται τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας σύμφωνα με τον ν. 2557/1997. Από του χρόνου, θα εφαρμοστεί η νέα νομοθεσία για τα βιβλία του 2010.
Σε αντίθεση με το Μεγάλο Βραβείο, στα «μικρά» δοκιμάστηκε η λογική του ξαφνιάσματος. Δεν δόθηκαν σε συγγραφείς οι οποίοι «παίζουν» συχνά στις σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών:
* Το Ποίησης το πήρε ο Παντελής Μπουκάλας για την έβδομη ποιητική του συλλογή «Ρήματα» («Αγρα»), που έλκει την καταγωγή της από τον γλωσσοκεντρισμό, εμποτισμένη, όμως, με λυρικά στοιχεία.
* Η Βασιλική Ηλιοπούλου μίλησε στο «Σμιθ» («Πόλις»), το πρώτο της μυθιστόρημα, για τη μεταπολεμική παραφροσύνη της εθνικοφροσύνης. Πήρε το βραβείο Μυθιστορήματος, αφήνοντας πίσω της πρώτα ονόματα (Ρέα Γαλανάκη, Τηλέμαχο Κώτσια, Αλέξη Πάρνη, Ερση Σωτηροπούλου).
* Ο Παναγιώτης Κουσαθανάς (έχει τιμηθεί με το Μαρτυρίας - Χρονικού το 2002) κέρδισε το βραβείο Διηγήματος. Στις «Λοξές ιστορίες που τελειώνουν με ερωτηματικό» («Ινδικτος») ρίχνει μια αιρετική και «λοξή» ματιά κυρίως στη μικροκοινωνία της Μυκόνου, στην οποία ζει.
* Ο Γιώργος Βέης (έχει τιμηθεί με το Μαρτυρίας - Χρονικού το 2000) επελέγη ξανά για το ίδιο βραβείο με το «Από το Τόκιο στο Χαρτούμ: Μαρτυρίες, συνδηλώσεις» («Κέδρος»), όπου αποτυπώνει το ταξίδι του από τη σκοπιά ενός διπλωμάτη καριέρας.
* Η μελέτη «Θεατρικότητα και δημόσιος βίος στον ελληνιστικό κόσμο» του Αγγέλου Χανιώτη («Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης»), που απευθύνεται, κατά κύριο λόγο στην πανεπιστημιακή κοινότητα, πλειοψήφησε για το βραβείο Δοκιμίου - Κριτικής.
* Τα περιοδικά «Το Δέντρο» και «Διαβάζω» μοιράστηκαν εξ ημισείας το βραβείο Περιοδικού, για τη συμβολή τους στην προβολή και διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας.
Την επιτροπή αποτελούν: Π. Δ. Μαστροδημήτρης, Ευ. Αθανασόπουλος, Γ. Ανδρειωμένος, Βασιλική Πάτσιου, Χαρίκλεια Δημακοπούλου, Αικατερίνη Σχινά, Γ. Λεονάρδος, Θ. Θ. Νιάρχος και Κ. Χατζηαντωνίου.


Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.


  Τον Παύλο τον έβρισκα πάντα ήδη μέσα στο λεωφορείο.  Θυμάμαι τη φωνή του την πρώτη φορά που δήλωσε παρών στη ζωή μου και το άγγιγμά του στο μπράτσο μου.
 «Έχει αδειάσει μια θέση. Θέλετε να καθίσετε; Με λένε Παύλο. Εσάς;»
Κάθισα και μουρμούρισα ένα τυπικό «ευχαριστώ».
Από εκείνη την πρώτη φορά ο Παύλος είχε όρεξη για κουβέντα και κουτσομπολιό. Όχι τίποτα το ιδιαίτερο. Απλά μου μιλούσε λες και ένιωθε την ανάγκη να περιγράφει κάθε τι που έβλεπε, που άκουγε. Λες και ήταν δημοσιογράφος που κάλυπτε τη διαδρομή του λεωφορείου σαν αθλητικό γεγονός. Λες και ήμουν παπάς και ήθελε να μου εξομολογηθεί κάθε του σκέψη. Έγερνε και μου έλεγε πάντα αυτά που είχε να μου πει, γυρνώντας προς το μέρος μου και μιλώντας άλλοτε συνωμοτικά, άλλοτε χαρούμενα και άλλοτε τρυφερά. 
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Τι παλιόκαιρος… ακόμα και για χειμώνα… Δεν ξέρω το όνομά σας, αλλά με θυμάστε; Είμαι ο Παύλος. Πριν ανεβείτε κοιτούσα το ακυρωτικό μηχάνημα. Νομίζω πως καθόταν πολύ ώρα άπραγο. Δεν ξέρω. Ίσως θα έπρεπε να του βρουν και καμιά άλλη χρησιμότητα από το να κάθετε άχρηστο, παντελώς βρώμικο και συνάμα πορτοκαλί και να χάσκει με την σχισμή του έτσι ανόητα. Θα μπορούσε να είναι ένα μηχάνημα που πουλάει καραμέλες και τσίχλες. Θα του ταίριαζε και το χρώμα.»
«Με λένε Κλειώ»
Ανδρική, παιδική αφέλεια σκεφτόμουν. Και πάλι όμως δεν δικαιολογείται. Δεν θα τον έκανα λιγότερο από 40 ετών. Ναι μεν αυθόρμητος αλλά όχι παιδί. Δεν ξέρω. Πολλές φορές το μυαλό κάνει ανόητες, τρελές, φευγάτες σκέψεις. Άλλοτε μπορεί να είναι όταν κοιμόμαστε και άλλες φορές γίνονται όταν είμαστε ξύπνιοι. Δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πως οι ώρες των διαδρομών με το λεωφορείο είναι πολλές και αδυσώπητα βαρετές. Τόσο που το μυαλό θέλει να παίξει και να ξεφύγει.
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Μύρισε Άνοιξη! ε Κλειώ; Περίμενα στη στάση σήμερα και χάζευα τις καινούργιες ταμπέλες που ενημερώνουν πότε φτάνει στη στάση κάθε λεωφορείο. Σαν αντίστροφη μέτρηση αποτυχημένου μάγου… Σε 3, 2, 1, 1, 1, 1… ένα λεπτό διάρκειας 3 – 4 λεπτών μεσολάβησε για να εμφανισθεί το λεωφορείο. Άργησε τόσο και  στη δική σας στάση; Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να ενημερωνόμαστε για το πότε έρχεται το λεωφορείο. Λες κι έχω άλλη εναλλακτική. Λες και υπάρχει τέτοια ακρίβεια στο χρόνο που θα πρέπει να με ενημερώνουν κιόλα. Μόνο για να το χρησιμοποιείς ως δικαιολογία λέω εγώ πως είναι.»  
Ένιωθα η εξομολόγος των ανούσιων, ανόητων και τρελών σκέψεών του κι αυτό με γοήτευε… Σκέφτομαι μήπως είμαι απλά μια 24χρονη που νομίζει ότι ένας άγνωστος την ερωτεύεται στο λεωφορείο.
«Ο χρόνος είναι σχετικός Παύλε. Κι αν πάρω το λεωφορείο στην ώρα μου δεν είναι σίγουρο ότι θα είμαι στην ώρα μου.»
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Τόση ώρα κοιτάζω τις χειρολαβές. Δεν ξέρω αν τις έχετε παρατηρήσει… Σαν κίτρινες κρεμάλες λικνίζονται στον αέρα. Περιμένουν τον επόμενο που θα βάλει το χέρι του για να κρεμαστεί. Θλιβερό δεν είναι; Και μέσα στη μέση από τις κρεμάλες, ένα γκρίζο ακορντεόν. Ανατριχίλα ε; Μην μου πείτε ότι δεν σας θυμίζει ακορντεόν η άρθρωση του λεωφορείου. Αναρωτιέμαι το εξής… Άραγε αν ήταν δυνατόν να παίζει μουσική, τι μουσική θα παίξει το 5 ή το 12 ή το 31? Ελπίζω να μην σας τρομάζω…»
Η αλήθεια είναι ότι είχα πάρει μια τρομάρα εκείνο το απόγευμα. Ανατριχιάζω κάθε φορά που πιάνω χειρολαβή και έρχεται στο μυαλό μου η εικόνα που μου δημιούργησε ο Παύλος.
«Νομίζω πως έχω ακούσει το 5άρι να παίζει τέσσερεις εποχές του Βέρντι. Δεν είναι συγκλονιστικό; Εσύ Παύλο δεν έχεις ακούσει ποτέ;»
 Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Θα το σπάσει το κομπολόι. Είναι πριν από τη στάση που ανέβηκα. Αν το ρολόι μετράει ώρες, τότε το κομπολόι μετράει κόμπους. Σωστά; Βλέπω συμφωνείς Κλειώ. Αν λοιπόν μετράει κόμπους και πόνους και αναστεναγμούς, σκέφτομαι μήπως πρέπει να βρει έναν καλό ψυχολόγο ο κύριος. Εμένα ο δικός μου με έπεισε να πάρω να διαβάζω κάτι στο λεωφορείο κι ας το ξεφυλλίζω μόνο. Μου πρότεινε να μιλώ με τους συνεπιβάτες. Συνήθως εγώ είμαι πιο ομιλητικός. Εχτές ήταν απέναντί μου ένας νεαρός. Τόσο νέος και τόσο κουρασμένος. Λες και γεννήθηκε κουρασμένος. Από την άλλη δεν ξέρεις… Εσύ Κλειώ έχεις ψυχολόγο;»
«Διαβάζω βιβλία ψυχολογίας. Είμαι οπαδός του Do It Yourself
 Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Νομίζω πως έχω εντοπίσει τον Παλαιοκώστα…» το ψιθύρισμα στο αυτί μου με αναστάτωσε. Όχι η πληροφορία αλλά η ανάσα τους τόσο κοντά στο αυτί μου.
«Τι σε κάνει Παύλο να πιστεύεις κάτι τέτοιο.»
«Είδα την ασημί μερσέντες μπενζ Κλειώ. Και είδα και τον οδηγό. Ήταν έξω από το Μακεδονία Παλλάς. Τον είχα δει και μερικά βράδια νωρίτερα στην Αριστοτέλους ολόιδιος ο βοηθός του νομίζω. Περίμενε λεωφορείο. Για ξεκάρφωμα μένει στο κέντρο. Υπάρχει άλλη εξήγηση βρε Κλειώ; »
«Ναι. Ίσως να είναι ο παρκαδόρος του Μακεδονία Παλλάς. Νομίζω.»
 Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Κλειώ έχω την εντύπωση πως είμαι ερωτευμένος.»
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει. Ίσως να κοκκίνισα…
«Είναι μια κυρία από την άλλη μεριά του διαδρόμου. Μου αρέσουν οι μελαχρινές. Με κοιτάζει κι αυτή. Πρώτη φορά τη βλέπω. Λες να της μιλήσω; Είναι πολλές οι φορές που νομίζω πως ερωτεύομαι μέσα στο λεωφορείο. Αυτή όμως μου φαίνεται αληθινή.»
Όχι να μην της μιλήσεις. Μιλάς σε μένα. Μόνο εσύ μου μιλάς. Είμαι εγώ ερωτευμένη μαζί σου.
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Κλειώ, τα παράθυρα κινδύνου νομίζω δημιουργούν αρνητικότητα. Το όνομα εννοώ. Δεν είναι τα παράθυρα του κινδύνου. Έτσι δεν είναι; Παράθυρα σωτηρίας. Παράθυρα διαφυγής. Παράθυρα… κάτι τέλος πάντων. Κάτι όμως θετικό. Κυρία, να σας ρωτήσω; Η τσάντα σας μήπως έχει και μπύρες; Κρίμα… Η Killkenny είναι εξαιρετική μπύρα. Κλειώ την επόμενη φορά κερνάω μπυρίτσα στα αναψυκτήρια. Είσαι;»
«Δεν υπόσχομαι.» Χαμογέλασα. Μου κάνει καλό τελικά η παρουσία του. 
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
………..
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
…………..
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Το εισιτήριό σας παρακαλώ δεσποινίς.»
Δεν ήταν ο Παύλος. Είναι μέρες τώρα που δεν τον άκουσα.
«Το πάσο σας παρακαλώ.»
«Η σχολή τυφλών δεν το έχει ανανεώσει ακόμα. Είναι το παλιό.»
«Το ξέρω δεσποινίς μου. Μην ανησυχείτε. Ορίστε το εισιτήριο σας»
«Ευχαριστώ»
«Τα εισιτήριά σας παρακαλώ.»
Δεν έμαθα ποτέ τι απέγινε ο Παύλος. Πέρασαν δυο χρόνια από την τελευταία φορά που κάναμε μαζί τη διαδρομή Σχολή Τυφλών  – Νέα Κρήνη μαζί. Οι μπύρες που υποσχέθηκε δεν ήρθαν. Το δώρο του Παύλου θα μείνει ανεξίτηλο. Τόσα χρόνια αυτή η διαδρομή ήταν μαύρη. Σκοτεινή. Ο Παύλος μου χάρισε μερικές εικόνες να με συντροφεύουν πια στη διαδρομή του 5. Γκρίζες πια γιατί η ανάμνηση των χρωμάτων έχει χαθεί νωρίς από το μυαλό μου. Είμαι η Κλειώ και θα συνεχίσω να κάνω τη διαδρομή Σχολή Τυφλών - Κρήνη κοιτάζοντας μέσα από τα παράθυρα σωτηρίας κι ας μην μπορώ να δω τίποτα. Θα θυμάμαι πάντα την φωνή του. Ελπίζω να είναι καλά εκεί που είναι.

Λεωφορείο

Ξύπνησα με τα πόδια ξεσκέπαστα. «Θ’ αρπάξω κάνα κρύωμα», σκέφτομαι φωναχτά.  Η μέρα φαίνεται να διαφωνεί και τα επιχειρήματά της είναι, οφείλω να ομολογήσω,  πειστικά. Με ξεγελά και δε φοράω το κασκόλ μου. Την ακούω που κρυφογελά με το πάθημά μου. Χαμογελάω κι εγώ, «δεν πειράζει» λέω «ας της κάνω το χατίρι».

Αποφασίζω να πάρω το λεωφορείο, να διασχίσω την Κυριακή πάνω σε ρόδες. «Η ομορφότερη μέρα της βδομάδας» θυμάμαι να μου λέει κάποιος. Μπαίνω σ’ ένα μισογεμάτο 5άρι και κάθομαι πίσω-πίσω, «μέχρι να φτάσει στη Βενιζέλου θα ‘χει γεμίσει» προβλέπω. Ευτυχώς κατεβαίνω νωρίτερα. Μπροστά μου ένας μάλλον κακόκεφος μπαμπάς με την κόρη του:
«Μπαμπά, τι σημαίνει ξεπούλημα;»
«Τα πουλάμε όλα.»
«Ναι όμως…»
«Μην ξεκινάς όλες σου τις προτάσεις με “ναι όμως” παιδί μου!»
«Γιατί;»
«Γιατί είναι ενοχλητικό.»
«Ναι όμως…»

Δεν ακούω πια. Ανοίγουν οι πόρτες και ο κρύος αέρας με χτυπάει στο πρόσωπο. Μια ταλαιπωρημένη κυρία ανεβαίνει μιλώντας στο κινητό της.
«Ποιος ξέρει; Ο γιατρός λέει μια βδομάδα, ίσως και περισσότερο…».
 Χτυπάει το εισιτήριό της και κάθεται απέναντί μου. Μόνο τότε θυμάμαι και το δικό μου. Σηκώνομαι, το χτυπάω αλλά δεν κάθομαι στη θέση μου. Έτσι κι αλλιώς, σε 3 στάσεις κατεβαίνω.

Πιο πέρα, μια παρέα κοριτσιών κοροϊδεύει τον κύριο με τα σκισμένα παπούτσια κρυφογελώντας και χαχανίζοντας. Ντρέπομαι και στρέφω το βλέμμα αλλού. Βλέπω την ταλαιπωρημένη κυρία, που τώρα κάθεται στη θέση μου, να σφίγγει και με τα δυο χέρια την τσάντα της καθώς ανοίγουν οι πόρτες ξανά και δίπλα της κάθεται ένας μαύρος με ακουστικά στ’ αυτιά. Γυρνώ το κεφάλι μπροστά· μια γιαγιά με κοιτάζει επίμονα. Της χαμογελώ αμήχανα. Δεν ανταποδίδει. Το εισιτήριο τσαλακώνεται στο χέρι μου, ίσως μπορέσω να το δώσω σε κάποιον άλλον μόλις κατέβω, ισχύει για ακόμα 45 λεπτά τουλάχιστον. Προτελευταία στάση. Τα υπάρχοντα πρόσωπα καλύπτονται από άλλα καινούρια που ορμούν να καταλάβουν τις τελευταίες άδειες θέσεις. Αρχίζω να δυσανασχετώ, τα χέρια μου ιδρώνουν. Κοιτάζω την αντανάκλασή μου στο τζάμι και μια χλωμή, εχθρική γκριμάτσα μου επιστρέφει το βλέμμα. Κοιτάω ένα γύρο κι αναγνωρίζω την ίδια φάτσα καρφωμένη σ’ όλα τα σώματα. Σώματα που πηγαινοέρχονται στο ρυθμό της μηχανής, τραντάζονται, ταλαντεύονται και ισορροπούν πάλι σαν ξυλιασμένες, άκαμπτες κι άχρηστες πια μαριονέτες  σωριασμένες σ’ ένα ξύλινο κουτί. «Θα πατήσετε λίγο το κουμπί;»· τα λόγια βγαίνουν ξέπνοα απ’ τα χείλη μου. Παίρνω ένα μουγκρητό σαν απάντηση. Σπρώχνω ό,τι βρω μπροστά μου. Πρέπει οπωσδήποτε να προλάβω τις ανοιχτές πόρτες. Απλώνω το χέρι με το στραπατσαρισμένο εισιτήριο σ’ αυτούς που περιμένουν να μπουν, κάποιος κάνει να το πάρει κι ύστερα μετανιώνει, τραβάει το χέρι μακριά.

Γεμίζω τα πνευμόνια μου με το κρύο της μέρας, κοφτερό και αποτελεσματικό. Τα πόδια μου με πάνε μέχρι το σπίτι της Ρένας και ο δείκτης μου χτυπάει το κουδούνι. «Εγώ» θυμώνω σχεδόν στο θυροτηλέφωνο.

«Καλώς την! Κάτσε, φτιάχνω καφέ κι έρχομαι. Πώς ήρθες; Σαν άρρωστη μοιάζεις.»
«Πήρα λεωφορείο.» μουρμουρίζω και κάθομαι στον καναπέ.
«Δε σ’ άκουσα!» φωνάζει απ’ την κουζίνα.
«Πήρα, λέω, φορείο».

Άντρια

Νέα Κρήνη - Βενιζέλου .... με λόγια


3,2,1, action
Κάνει μια ησυχία που μου προκαλεί ανησυχία.
Πλατεία Ελευθερίας, περιοχή Βενιζέλου, επικράτεια καταχνιάς. Όταν βρέχει η πόλη στεγνώνει. Ανεβαίνω.
Καθώς οι πόρτες κλείνουν εικόνες περνούν φευγαλέα στα τζάμια. Εσύ έξω, εκείνος παντού, γελά, περνά.
Δεν έχω πλέον επιλογή. Επιβαίνω. Καλώς. Να, κοίτα !
Το σκηνικό είναι έτοιμο και επιβλητικό.
Να, τώρα θα γίνουν τα κτίρια διαβάτες. Θα επιστρέφουν από τη δουλειά, μαζί με τις κολώνες και τις αλέες. Να, τώρα τα δέντρα θα περνούν απ’ τα παράθυρα βιαστικά.
Θα τρέχουν για πίσω χωρίς να λυγούν. Στητά.
Tώρα θα γίνουν τα αυτοκίνητα ακίνητα .
Και οι διαβάτες θα βηματίζουν προς τα πίσω.
Επιβαίνω & αναμένω με πείσμα εκπλήξεις.
Καιροφυλακτώ για ένα θέαμα. Χωρίς ελπίδα.
Γιατί μετά δε συμβαίνει τίποτα που να αξίζει  παράδες.
Σε αυτό το γκρι κουτί με τα λιανά καθίσματα, δεν δημιουργούνται γεγονότα. Μεταφέρονται προσδοκίες και υποβόσκουν εκβάσεις. Όχι λύσεις..Μονάχα ενδείξεις.
                  Λείπει η ανάσα της πόλης από εδώ μέσα.
Σήμερα. Όχι πάντα.

Δεν έπρεπε να μπω.
Ήταν μια προφανής επιλογή, το κάνω αυτό συνέχεια.
Παίρνω τις προφανείς αποφάσεις εννοώ.
Άλλη μια μέρα είναι, μονάχα άλλη μια μέρα. Οπότε ;
Αποφασίζω να συνεργαστώ.
Όλα πηγαίνουν προς τα πίσω, κατά μια έννοια επιβαίνοντας εδώ διαβάζω το μέλλον. Πίσω από την στροφή, μια εικόνα, στην επόμενη στάση, δυό επόμενοι άνθρωποι, μπορεί και τρείς. Και μετά κι άλλοι.
Και εμένα, οι συν επιβαίνοντες,  μου αρέσουν.
Μου αρέσει που μπαίνουν και βγαίνουν με σιγουριά.
Μου αρέσει ιδιαιτέρως η στιγμή πριν κατέβουν.
Τους κρυφοκοιτώ. Ξέρουν.. ότι ξέρω ότι ξέρουν.
Αν μιλούσαμε θα συμφωνούσαμε, ποιος ο λόγος ;
Να μιλήσεις, αν δεν υπάρχει διακύβευμα ;
Εκείνη με κοίταξε φευγαλέα. Ή όχι.
Αδυσώπητη σιωπή. Κανείς δε θέλει να μοιραστεί τίποτε με κανέναν. Οι φορμάϊκες και τα πλαστικά φθηνά.
Είμαστε σαν άγνωστοι σε στενό ασανσέρ, μόνο που πηγαίνει οριζόντια, δεν είναι παράξενο… έτσι ;
Όλοι κοιτάζουν δήθεν απορημένοι εκτός.
Απορριμμένα  εντός τα εκ βαθέων. Διεκπεραίωση.
 Ρηχή βιασύνη. Αντίστροφη μέτρηση για το επόμενο.
Κι εκείνη ; Είναι η δεύτερη φορά.. ναι, ναι !
Νομίζω πως με κοιτάζει καχύποπτα, αλλά πάλι όχι..
Θα είναι μάλλον το άγχος μη κατέβει σε λάθος στάση.
Ίσως να ήθελα να κοιτάζει εμένα, μονάχα.
Επιβαίνοντας, πάντα η στάση τους γίνεται αστεία.
Αδυσώπητα αμυντική, χωρίς προεξοχές,
υποστάσεις συρρικνωμένες στον ελάχιστο χώρο.
Και ένα γύρω σύρμα αγκαθωτό.
Ξανακοιτάζω έξω, για να μη κοιτάξω μέσα
Μέσα στο λεωφορείο, μέσα τους, μέσα μου, το ίδιο πονάει.
Κοιτάζω λοιπόν έξω, πάνω, κάτω , κάπου για να τελειώνω.
Κι αυτά τα χερούλια με τα μικρόβια έπρεπε να είναι πιο χαμηλά, δεν είμαστε κι όλοι ντιρέκια, όχι;
Με κρυφο-παρατηρούν… όχι μόνο εμένα, όλους.
Δειγματολόγιο ανθρώπων.. live & κυρίως δωρεάν.
Ύποπτοι παρεκκλίσεων, όλοι μας, όλοι… Λίγο πιο…
ομοφυλόφιλος, λίγο πιο χοντρός, λίγο πιο ξένος, λίγο πιο όμορφος, νέος, φτωχός, γέρος, σιωπηλός, μαύρος, καλοντυμένος, σκυθρωπός, ξετσίπωτος. Λίγο, αρκεί !
Κάθε ένας μπορεί να γίνει ύποπτος, αλλά πάντα ένας.
Μόλις βρεθεί ο πρώτος σταματά η αγωνία.
Μόνο ένας ανάρμοστος χωρά σε κάθε όχημα, το ξέρουν από το χωριό, από το σπίτι, από τη ζωή. Μόνο ένας δικαιολογείται να εξέχει, δημιουργός ειδήσεων και γεγονότων που τροφοδοτούν τη ζωή.
Και εδώ σήμερα, ο μόνος που εξέχει είναι ένα μικρό, λίγο χοντρό ομολογουμένως μωρό, που κοιμάται πάνω στη μήτρα της, το μόνο μέρος που είναι το λιμάνι.
Το μεταφέρουν, αλλά όχι μακριά της. ΟΚ !
Έχεις μεταφερθεί κάπου στον ύπνο σου ; Όχι ε ;
Να το δοκιμάσεις. Θέλω να πω, αν γίνεται !
Το κεφάλι μου αποζητά αποκούμπι. Βρωμερό τζάμι.
Έξω πλένει τα πάντα σε τιμές προσφοράς.
Μουσκεμένα πεζοδρόμια, είδωλα, κτίρια ανάποδα και μυρωδιά βρεγμένης γάτας. Δε τη μπορώ τη βροχή.
Βρέχει ασταμάτητα, με ήλιο, με σκοτάδι, βρέχει.
Οι άνθρωποι συγκλίνουν δήθεν από επιλογή.
Πόσοι χωρούν κάτω από μια στάση ;
Πόσοι χωρούν δίπλα δίπλα με την ίδια στάση ;
Υπάρχει ένας με ομπρέλα. Δείχνει βαρετά προνοητικός.
Ο ίδιος βαυκαλίζεται τη διαφορά του, ντύνεται με αυτήν.
 Πόσοι χωρούν που έχουν διαπράξει την ίδια απρονοησία ;
Να μην πάρουν ομπρέλα Νοέμβρη μήνα ;
Δε φαίνονται μετανιωμένοι, ενοχλημένοι ίσως. Ίσως.
Αυτοί που έχουν κάπου να πάνε έτσι κι αλλιώς είναι ένα κλικ μπροστά, από εκείνους που δεν έχουν.
Τι ;
Κάπου να πάνε.. λίγο είναι ;
Που και που κάποιος αναδύει βεβαιότητα. Κάθεται απλά, χυμένος στο χώρο και μπεγλερίζει την ξενοιασιά του στα μούτρα σου. Σε κοιτάζει μέχρι να αποτραβηχτείς. Είναι παιχνίδι για κατασταλαγμένους. Εγώ δε παίζω.
Θα παίξω, αλλά αργότερα. Μαζεύω δυνάμεις.
Είναι η στάση μου στα πράγματα για την ώρα.
Πάω να πέσω, κρατιέμαι και συνεχίζω. Πρέπει να κρατηθείς γιατί εδώ, αυτοί φρενάρουν απότομα.
Νέα Κρήνη… Τέρμα…Αυτή δεν είναι η στάση μου.
Το όχημα σταματά. Δεν κατεβαίνει κανείς…
Ίσως δεν είναι τόσο άσχημα εδώ.
Τα πράγματα βαίνουν καλώς για αυτούς που επιβαίνουν. Πιστεύουν ότι βρίσκονται στο σωστό λεωφορείο.
Και εν πάσει περιπτώσει, αυτοί είναι πάνω.
Όλα προχωρούν, αργά ή γρήγορα.
Καλύτερα να είσαι πάνω.
ο επιβαίνων νικά.
περικλής