Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

Επιλέξαμε τους επόμενους εκλεκτούς μας

Aυτό είναι το βιβλίο που θα διαβάσουμε τώρα.
Προτάθηκε από τη Δέσποινα ως ένα λογοτέχνημα που ξαφνιάζει .
Ξεκινάει με τη φράση ..την επόμενη μέρα δεν πέθανε κανείς !
Ζοζέ Σαραμάγκου " Περί θανάτου "

Το νέο βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου πήρε 7 ενθουσιώδεις ψήφους.
Ζοζέ Σαραμάγκου Νόμπελ Λογοτεχνίας
 Το βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη " Ο Τσε αυτοκτόνησε " πήρε 5 ψήφους.
" Η φόνισσα " προτάθηκε επίσης από 5 άτομα,
όπως και το βιβλίο " Φεύγει το φάντασμα " από την τριλογία Ζούκερμαν του Φίλιπ Ροθ
Ακολούθησαν με 3 ψήφους το βιβλίο της Μάρως Δούκα " Αθώοι και φταίχτες "
και " Το σπίτι του ύπνου " του Τζόναθαν Κόου
Το " Ελένη ή ο κανένας " της Ρέας Γαλανάκη πήρε 2 ψήφους,
όσους και το " Περί τυφλότητας " ως δεύτερη πρόταση για Ζοζέ Σαραμάγκου.
Ο νεαρός Ντάνιελ Κόλμαν με την " Μέτρηση του κόσμου " 1 ψήφο
με τον όχι και τόσο νεαρό Χέμινγουέι " Για ποιόν χτυπάει η καμπάνα "
Η καμπάνα δεν χτύπησε για τα ακόλουθα βιβλία, τα οποία μένουν για αργότερα :
το " κουτσό " του Κορτάσαρ
το " Δυό φορές Έλληνας " του Μένη Κουμανταρέα
το " Σουέλ " της Καρυστιάνη
 και τις μεταφράσεις του Μπέρτολτ Μπρέχτ και του Κάφκα
για τις οποίες υποσχεθήκαμε μια ώριμη ειδική ενότητα - αφιέρωμα στο μέλλον
 Η λέσχη μας θα δηλωθεί τώρα και επίσημα στο EKEBI από τη Φιλοθέη.
Υποσχεθήκαμε να επικοινωνήσουμε με τη Μάρω Δούκα, τη Ρέα Γαλανάκη αλλά και όλους τους συντοπίτες μας λογοτέχνες για να τους καλέσουμε κοντά μας. Η επίσκεψη του Ισίδωρου Ζουργού ήταν μόνο το ξεκίνημα. 
 Τον φίλο μας Ισίδωρο θα τον συναντήσουμε στην έκθεση βιβλίου στις 7 Μαίου.
Αυτά θα είναι λοιπόν τα αγαπημένα μας βιβλία, η παρέα μας για φέτος
το καλοκαίρι και τον επόμενο χειμώνα.





Να κι ο Καραδούούούούκααααας


θυμάστε πως ξεκινήσαμε ;


    Πριν από 6 μήνες διαλέξαμε βιβλία, όλοι μαζί και δεν τα πήγαμε άσχημα !
Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου της Barberi ήταν το αυθαίρετο ξεκίνημα.
Το πέταγμα της πεταλούδας του Ισίδωρου Ζουργού & η γνωριμία με τον συγγραφέα που μας μπόλιασε αγάπη για τις λέξεις ήταν το ζέσταμα.
Το Η σκιά του ανέμου του Carlos Ruiz Zaphon μας δίδαξε μυθοπλασία.
Το διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή προκάλεσε συγκίνηση και αγάπη για το απλό.
Το Γιούγκερμαν του Καραγάτση προκάλεσε ζωντανή κουβέντα γιατί ήταν πιθανώς μια άστοχη για την εποχή και τους ρυθμούς μας επιλογή, ωστόσο τίποτε από όσα πέρασαν από το κομοδίνο μας δεν ήταν χωρίς σημασία και διδάγματα.
     Τότε στην πρώτη μας ψηφοφορία πήρανε κουκιά κι άλλα κλασσικά & μη βιβλία...
Το Ο γέρος και τη θάλασσα σαν μια αναφορά στο στυλ Χέμινγουέι 4 ψήφους
Το Logicomix του Απ.Δοξιάδη σαν εισαγωγή στη μαθηματική λογοτεχνία 3 ψήφους
Τη Φήμη του νεαρού Γερμανού Ντάνιελ Κέλμαν 2 ψήφους
Το Αθώοι και φταίχτες της Μάρως Δούκα 2 ψήφους
Το Δύσκολοι καιροί για μικρούς πρίγκηπες της Μαρούλας Κλιάφα 2 ψήφους
Το Ο Χρόνος πάλι της Σώτης Τριανταφύλλου 1 ψήφο
Το Πως έγινα βλάκας του Γάλλου Ναρτέν παζ 1 ψήφο
Το Αναφορά στον El Greco του Νίκου Καζαντζάκη 1 ψήφο
και το O Ξένος του Αlber Camy επίσης 1 ψήφο
Η ανατροπή του Νίκου Θέμελη
Ο θείος Πέτρος του Τεύκρου Μιχαηλίδη σαν αναφορά στη σχολή Δοξιάδη
Περί συγγραφής της Πατρίτσια Χάιντσμιθ
Περί συγγραφής του Στέφεν κίνγκ
Το Bolero του Λίνου Χρηστίδη
    Τώρα είναι ώρα να ξανασκεφτούμε με βάση την εμπειρία μας, τι θα μας ωφελήσει και τι θα μας καθυστερήσει, υπό το πρίσμα ότι θέλουμε και πρέπει και να γράφουμε.
    Στη συνάντηση της 4 Μάη θα πρέπει να ανεβάσουμε λιγάκι τον πήχη, ως προς τις επιλογές, την δέσμευσή μας και την ποιότητα των κριτικών μας. Δε νομίζετε ;
    Για όσους θέλουν να εκμεταλλευτούν αυτό το ενδιάμεσο διάστημμα και με βάσει όσα προτάθηκαν νομίζω ότι μπορούμε να ξεφυλλίσουμε Μάρω Δούκα.
    Η λίστα των βιβλίων έτσι κι αλλιώς θα μπεί σε ολική επαναξιολόγηση.
    Όμορφες γιορτές να περάσετε, συγγραφούληδες

έμφυλη, ταξική και φυλετική ταυτότητα ( στον Γιούγκερμαν )

Περικλής χωρίς εμβόλιμους αστεϊσμούς :
Ολοένα και περισσότερο συναντώ τον όρο gender σε φόρμες συμπλήρωσης στοιχείων με τις επιλογές male  ή  female ως απαντήσεις. (Άντρας - Γυναίκα) . Με απόλυτη κατηγορηματικότητα τσεκάρω ευθύς αμέσως το άντρας... Δεν με απασχόλησε ως τώρα γιατί το ερώτημα άλλαξε από ¨sex¨ σε  ¨gender¨.
Με κέντρισμα την (δυσανάγνωστη) εισαγωγή στον Γιούγκερμαν από την Μαίρη Μικέ μπήκα στον πειρασμό να ψάξω για να ξεστραβωθώ. Ο όρος gender είναι μια ιδεολογική κατάκτηση της ά-φυλης γεννιάς του 60. Πρόκειται για ένα καθόλου ευκαταφρόνητο θέμα αντιπαράθεσης των πνευματικών ανθρώπων με τις άκαμπτες δομές που οι γεννιές κληρονομούν από τις προηγούμενες. Ας το δούμε : 

Η διάκριση sex και gender είναι, ως γνωστόν, δυσμετάφραστη στα ελληνικά. Το sex αποδίδεται ως βιολογικό φύλο και το gender ως κοινωνικό φύλο, δηλαδή ως κατασκευή αρσενικής ή θηλυκής ταυτότητας σε συγκεκριμένη κοινωνία.
Η διάκριση sex/gender άρχισε να χρησιμοποιείται στη φεμινιστική θεωρία από τη δεκαετία του '60 εκφράζοντας μια καίρια και απελευθερωτική θέση. Αν οι γυναίκες "κατασκευάζονται" κοινωνικά (gender), η βιολογία δεν αποτελεί μοίρα ή στίγμα κατωτερότητας. Τα βιολογικά χαρακτηριστικά αποδεικνύονται ως τόπος προβολής των πολιτικών συνεπειών ενός συστήματος κυριαρχίας, το οποίο εισάγει μια ψευδή (ή φανταστική) αιτιότητα: Η μισή ανθρωπότητα είναι αναγκασμένη να υιοθετεί γυναικεία πρότυπα συμπεριφοράς και να εκπληροί γυναικείες λειτουργίας διότι γεννήθηκε με γυναικείο φύλο (sex), καίτοι αυτό το βιολογικό γεγονός δεν επιβάλλει καθ' εαυτό ούτε τη γυναικεία ταυτότητα ούτε βέβαια το πλύσιμο πιάτων, τους ξυλοδαρμούς και τους βιασμούς.
Με άλλη διατύπωση, η διάκριση sex/gender εισάγει μια θεωρητική επανάσταση διότι διαχωρίζει τα βιολογικά κριτήρια κατάταξης των ανθρώπων σε κατηγορίες από την κοινωνική σημασία που εκάστοτε αποδίδεται σε αυτά. Οι άνθρωποι μπορεί να ταξινομηθούν ανάλογα με τα γεννητικά τους όργανα αλλά και ανάλογα με το χρώμα του δέρματος και των ματιών, το ύψος, το πάχος, την πυκνότητα των μαλλιών, το σχήμα του προσώπου κ.λπ. Αυτές οι κατατάξεις δεν συνδέονται αναγκαστικά με δεδομένες κοινωνικές συνέπειες και η αφηρημένη δυνατότητα κατάταξης δεν δηλώνει γιατί ορισμένες κατατάξεις αποκτούν κοινωνική σημασία και άλλες είναι αδιάφορες, γιατί π.χ. το χρώμα του δέρματος επιδρούσε επί αιώνες στα συνταγματικά δικαιώματα και εξακολουθεί να επιδρά στο εισόδημα, ενώ το χρώμα των μαλλιών και των ματιών δεν επιδρά σε τίποτε από τα δύο.
Η απάντηση είναι ότι ορισμένα κριτήρια κατάταξης αντιστοιχούν σε προϋπάρχουσα δομή εξουσίας και χρησιμοποιούνται, απολυτοποιούμενα, για να δικαιολογήσουν τη δομή αυτή. Αν π.χ. οι αποικιοκρατούμενοι λαοί είχαν το ίδιο χρώμα δέρματος με τους αποικιοκράτες, αλλά διαφορετικό σχήμα μύτης σίγουρα η κατά φυλές κατάταξη θα ακολουθούσε το κριτήριο της μύτης. Με άλλη διατύπωση, η κοινωνική κατασκευή της φυλής ή του φύλου είναι αποτέλεσμα και όχι αίτιο μιας κοινωνικής δομής εξουσίας.
Αν δεχθούμε ότι κανείς βιολογικός λόγος δεν επιβάλλει τη σημερινή ανδροκρατία (και άρα κανείς βιολογικός λόγος δεν εμποδίζει την κατάργησή της) είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσουμε τους όρους sex και gender ως προσωρινά συνώνυμα προκειμένου να αναφερθούμε στα υποκείμενα της πατριαρχικής δομής εξουσίας σήμερα (άντρες και γυναίκες).
Αυτό δεν αποτελεί λύση αμηχανίας, αλλά μεθοδολογική αναγκαιότητα. Για να αντιληφθούμε τι όντως σημαίνει το βιολογικό φύλο είναι αναγκαία η διάλυση της πατριαρχικής δομής. Αυτό θα επιτρέψει να δούμε ποιο είναι το "γυμνό" βιολογικό στοιχείο και ποια η -- ενδεχόμενη -- σημασία του για την έμφυλη ταυτότητα. Σε αυτή την περίπτωση, μια νέα κοινωνική κατασκευή -- απαλλαγμένη από την ανδρική κυριαρχία -- θα δώσει απάντηση σε ένα νέο ερώτημα: τι σημαίνει το φύλο όταν δεν υπάρχει πλέον κατά φύλα ιεράρχηση;
Η πατριαρχία συνυπάρχει με άλλες δομές κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Η θεωρητική και έμπρακτη κριτική τους οφείλει να επεξεργασθεί ένα συλλογικό πρόγραμμα ανατροπής των διαφοροποιήσεων. Αν δεχθούμε ότι τα τρία βασικά κριτήρια κοινωνικής διαφοροποίησης είναι το φύλο, η φυλή και η τάξη, αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της ετερογένειάς τους που δυσχεραίνει τη θεωρητική ενοποίηση.
Η τάξη είναι καθ' εαυτή και δι' εαυτή ανύπαρκτη. Υπάρχει μόνον ως θεωρητική κατασκευή της κριτικής θεωρίας και συναντά ιδεολογική και πολιτική αντίσταση, διότι οι κυρίαρχες τάξεις δεν θέλουν να εμφανίζονται ως τάξεις, αλλά ως εκπρόσωποι του λαού, του έθνους, των ανθρώπινων δικαιωμάτων κ.λπ.
Η φυλή και το φύλο συνιστούν, αντιθέτως, κριτήρια που οι κυρίαρχοι (λευκοί, άντρες) επικαλούνται ρητά. Η κριτική θεωρία δεν πρέπει εδώ να κατασκευάσει τις έννοιες, αλλά να τις αποδομήσει, διαλύοντας το νομιμοποιητικό τους δυναμικό.
Αν λοιπόν ο Γιούγκερμαν ανακατεύει κάποιες τράπουλες με το πέρασμά του από το έργο του όχι και τόσο τυχαίου Καραγάτση, θα συμφωνήσω ότι το μείζον του ιδεολογικό ζήτημα είναι πως ανταποκρίνεται ένα άτομο στα διαδοχικά του τεστ αντοχής, καθώς παρ΄όλη την παιδικότητα και τον επιδερμικό τρόπο με τον οποίο ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει το πέρασμά του από τη ζωή, είναι αναγκασμένος να συνταχθεί και να σχολιάσει μια εντόνως χρωματισμένη κοινωνία του Πειραιά στην προπολεμική Ελλάδα. Μια κοινωνία με σαφείς ταξικούς πατριαρχικούς, φυλετικούς διαχωρισμούς.

Η συζήτηση που θα με ευχαριστούσε ιδιαιτέρως να κάμουμε θα ήταν μια μεταφορά των εργαλείων κατάταξης και κατηγοριοποίησης που χρησιμοποιεί το σημερινό παγκοσμιοποιημένο σύστημα της κοινωνίας των αγορών και ποιοί είναι οι λόγοι που τα εργαλεία αυτά έχουν τόσο πολύ αλλάξει.  

   και τώρα η συνέχεια που υποσχέθηκα.... ο άντρας πρέπει να κρατάει τις.... ( τι ρατσισμός )
Περικλής χωρίς εμβόλιμες σοβαροφάνειες :

      Είναι πρωί, πολύ πρωϊ. Είσαι μια γνήσια Ελληνίδα αγουροξυπνημένη Βούλλλλα Παπαδέλλλλη και στριφογυρίζεις κάτω από το πάπλωμα και την μπερδεμένη στα πόδια σου extra κουβέρτα με τα πόδια εις έτι παγωμένα, βρίζοντας μέσα από τα διαφόρων αποχρώσεων της ώχρας θεόστραβα δόντια σου την ανακάλυψη της Κυριακής, το μαξιλάρι με τα γρόμπαλα και τον εξπρεσιονιστικό λεκέ στο ταβάνι…
     Και τότε τινάζεσαι από ένα οξύ αναπάντεχο θόρυβο.
Τοκ τοκ !
  Who the fuck is there πρωϊνιάτικα ? Ερυθρός Σταυρός ή κοινόχρηστα ;
Σέρνεις το μισοφορεμένο τσόκαρο στο φθαρμένο παρκέ και καταφέρνεις να φτάσεις σε ανεκδιήγητη κατάσταση πίσω από την μαονί σκαλιστή εξώθυρα της El-door που την είχαν τζάμπα στην διεθνή έκθεση όπου εσύ πήγες μόνο για μαύρη μπύρα.
  Μισοανοίγεις και κοιτάς με ύφος αποχαυνωμένης αποτρεπτικής αηδίας τον …. ;;;;
- Άει έμ Γιούγκερμαν !
- Αειμ στο διάολο ! Ο Γιούγκερμαν με σάρκα και… σάρκα ;
- Γιές, μέϊ άει ;
- Μαίει, μαίει, μέϊ καλέ μου, έμπα μέσα πουλλλλάκι μου…
- θένκ γιούγκ..
Εσύ ανοίγεις την πόρτα ολοκληρωτικά και η πρώτη σκέψη που σου έρχεται καθώς βυθίζεις το μάτι σου μαζί με τις τσίμπλες στο ταξιδιάρικο κάλεσμα του βλέμματός του Τάταρου είναι ζεστή και υγρή.
« ευχαριστώ θεέ μου !   αγαμία τέλος » ( σε εισαγωγικά οι εσωτερικές σκέψεις )
- Μισό λεπτό να φτιαχθώ ολίγον, με καταλάβατε εξα- πείνης… ( σε έξαψη και πείνα ταυτοχρόνως.) και τρέχεις στο μπάνιο.
Οι κόρες σου στον καθρέφτη δείχνουν τεράστιες ένα πράμα…πιο διασταλμένες από το πράμα της κόρης σου που είναι 19. Οι σφυγμοί σου είναι τόσο έντονοι που ανοιγοκλείνει η ηλεκτρική σου οδοντόβουρτσα Brawn που την πήρες κοψοχρονιά στη διεθνή έκθεση όπου εσύ είχες πάει για να πιείς μια μαύρη μπύρα. Στο μυαλό σου εκτυλίσσονται ήδη κουτουπώματα εμπρός στα οποία θα κοκκίνιζε η άχαρη νυμφομανής του sex in the city που είναι και σε κλιμακτήριο η καργιόλα. Φτύνεις οδοντόκρεμα ολούθε και αφού ανασηκώσεις τα δυσκόλως ανασηκωνούμενα κοιτώντας τα με εκδικητικό μένος επιστρέφεις στο σαλόνι με τον Τάταρο. Είσαι έτοιμη σαν από καιρό. Σαν από πάντα. Σαν ένα Πάντα σε οίστρο. Τέτοιο πράγμα. Ο Βορειοανατολικός σωσίας του Πάνα δείχνει ανυπεράσπιστος στη βουλιμία σου.
Και τότε συμβαίνει ο Coelho να έχει πέσει για ύπνο…
O Τάταρος είναι ο Γιόκ καυλ μαν.
Γιατί αντί να βγάλει το σκασμό και το πουκάμισό του , αντί να συμπεριφερθεί σαν ένας δασύτριχος κοντονιέρης των Καρπαθίων,  σαν ένα σκοτεινό παλιοτόμαρο του Τάμερφορς, σαν κυνικός χαροκόπος της Πετρούπολης , αυτός μετατρέπεται αίφνης σε ένα φυλετικά  ευνουχισμένο ποταπό αντικείμενο και σε παίρνει άψυχα στην αγκαλιά του με τα μάτια του να σκανάρουν το χώρο για ασημικά και κηροπήγια.
Τον αφήνεις απαλά με μια ναζιάρικη ώθηση να αποκτήσει την ιδανική απόσταση για να εστιάσει στα κάθε λογής προγουλοζουμάκια σου που τρέμουν από την αναμονή.
Τι κάνει αυτός ;
Αρχίζει να τριγυρνάει γύρω σου στην κάμαρα, όχι σαν λαγωνικό, ούτε σαν ένα ζωώδες έμφυλο υποκείμενο, αλλά σαν ένας νέος Irvin Yalom, εγείροντας μαρτυρικά λογικά και συναισθηματικά δίπολα που αποτελειώνουν την ήδη αποτεφρωμένη σου ιδεολογική κουλτουρόσουπα 
     Και σκέφτεσαι η γουρούνα…. Είμαι τώρα εγώ ένα έμφυλο υποκείμενο, μια εντελλώς συνειδητοποιημένη Μαίρη Παναγιωταρά που οι ορ- μόνες της σαλπίζουν από μόνες τους εμβατήρια καλώντας για ένα ξεράχνιασμα, ξεπετάρωμα, ξεσκόνισμα και ότι σε ξεσκό…. αλλά παρ’ όλα αυτά , όλα κι όλα…θα περιμένω την πρωτοβουλία να την αναλάβει ο καθ ύλην αρμόδιος; Ή θα ενστερνιστώ την αποστολή μου ως νέου πρότυπου, δηλώνοντας gender αρσενικό και παραμερίζοντας την αδράνειά του Τάταρου, του οποίου η σαγηνευτική θυληκότητα έχει καλυφθεί από την ντεμέκ αρρενωπότητα του παρουσιαστικού του , θα ανταποκριθώ στο νέο ρόλο που μου επιφυλάσσει η επιλογή μου και όχι η εντολή τους να λέγομαι γυναίκα και θα βγάλω από μέσα μου την αντρική μου υπόσταση πετώντας τον κατάχαμα για να του ρίξω δυό π…εχμ…. μουνιά ;

     Και σκέφτεσαι κι άλλο η γουρούνα.. Τι θέλει αυτός, ως επίσκεψη της μοίρας στο ασυγύριστο νεοκλασσικό με ρουστίκ πινελιές σαλόνι μου ; Είναι μια επίσκεψη της κυνικής πραγματικότητας στην ατσαλάκωτη ζωή μου ; Είναι η μοιραία ρωγμή στο στέρεο διπολικό μου σύστημα αξιών ; Μήπως δεν έχει πλέον δύο πόρτες η ζωή ; Αυτήν προς τον παράδεισο και εκείνην προς την καλοπέραση ; Μήπως, μήπως η παρουσία του γαλανομάτη με την ψυχρή σαν παγοκύστη ιδιοσυγκρασία του βόρειου είναι το όχημα που θα με οδηγήσει στην αποκάλυψη ; Μήπως η αποστολή που του παρέδωσαν ήταν αυτή ακριβώς ; Να μεταφέρει το φυλετικό του υποκείμενο έρποντας από τις ρωσικές στέπες και την ανατολία μέχρι τα καταστρώματα και την Τρούμπα, γονιμοποιώντας την μονοκόμματη ιδεολογική του ιδιοσυγκρασία πάνω σε δεκάδες ζεύγη ευήθωπτων και άνω στώμενων μασταριών και έτσι, γονιμοποιημένη και ιδρωμένη να μου την παραδώσει, ως κληροδότημα, ως παρακαταθήκη, ως έμφυλο ενδιαίτημα που θα το προβάρει η δική μου κόρη βάζοντας ένα λιθαράκι στην εξέλιξη της πουτανιάς δια μέσου των αιώνων ;

    Και σκέφτεσαι και άλλο η γουρούνα. Που πήγε αυτός ; Έφυγε ;
Κοιτάζεις γύρω σου και λείπει και ο κερατάς ο Γιούγκερμαν και τα ασημικά του κερατά του Μάκη. Και τότε η αλήθεια αποκαλύπτεται στυγνή, γυμνή, κοφτερή και επιτακτική σαν το πρήξιμο της κύστης σου. Τι τη θέλεις τόση σκέψη ; Τι ;
Βρήκες Τάταρο, ξάπλωσε ανάσκελα και άσε τα υπόλοιπα στη Μαίρη τη Μικέ. Στο τέλος τέλος, κάποιος πρέπει να κάνει τη βρώμικη δουλειά. Και αυτός δεν θα είναι καθηγητής πανεπιστημίου. Ε ;    

Για τον Γιούγκερμαν..

Στο ομώνυμο μυθιστόρημά του ο Μ. Καραγάτσης μήπως είχε ως πρότυπο πρόσωπο υπαρκτό; Ο Δ. Μιχαλόπουλος απαντά «μάλλον ναι» και υποστηρίζει ότι επρόκειτο για τον Δημήτριο Ερσελμαν, στη ζωή και στις περιπέτειες του οποίου αναφέρεται
Η Οδύσσεια του πραγματικού «Γιούγκερμαν»
Η οδύσσεια του πραγματικού «Γιούγκερμαν»



Ηταν στη δεκαετία του 1960· παραμονές Χριστουγέννων· τότε έπεσε στα χέρια μου ο Γιούγκερμαν του Μ. Καραγάτση. Η Αθήνα της εποχής διέφερε αισθητώς από την τωρινή· η κοινωνική κατάσταση, πράγματι, εμφανιζόταν αποκρυσταλλωμένη και εν πολλοίς στατική. Η ζωή της πόλης μας αναπτυσσόταν βασικά κατά μήκος της οδού Πατησίων, αλλά βέβαια ρόλο «παράθυρου» προς τον έξω κόσμο έπαιζαν οι δύο μεγάλες πλατείες, Σύνταγμα και Ομόνοια: Σε περιόδους ­ όποιας ­ αναστάτωσης μπορούσε κανείς να συναντήσει ανθρώπους από όλη την Ευρώπη στην πρώτη και από όλη την Ελλάδα στη δεύτερη.
Τα Χριστούγεννα πάντως τέτοια εποχή δεν ήταν: Σε σαφή αντίθεση με τα σημερινά, οι γιορτές της τελευταίας εβδομάδας του χρόνου αποτελούσαν μάλλον φάση οικογενειακής ­ ή και εθνικής ­ «ενδοσκόπησης» παρά «ανοίγματος», εορταστικού έστω. Και οπωσδήποτε η «ενδοσκόπηση» αυτή γινόταν σύμφωνα με το πνεύμα που απαιτούσε η περίσταση. Ο τόνος παρέμενε στην Πρωτοχρονιά, την ημέρα του Αγίου Βασιλείου, όπως ήθελε παράδοση διαμορφωμένη κατά την Τουρκοκρατία· τα Χριστούγεννα αντίθετα, αν και καθιερωμένα πια ως γιορτή πολύ σπουδαία, δεν έπαυαν να αναδίνουν πνεύμα ελαφρώς ξενικό. Ολα αυτά όμως έχουν σημασία απλώς αντικειμενική...
... Ενώ υποκειμενικώς πολύ ενδιαφέρον υπήρξε το γεγονός ότι εκείνη τη συγκεκριμένη χρονιά Χριστούγεννα ουσιαστικώς δεν κατάλαβα. Ο Γιούγκερμαν μου έφτασε παραμονή ­ και δεν τον άφησα από τα χέρια μου παρά μόνο αφού τον διάβασα ολόκληρο. Παραδόξως, η περιπετειώδης ζωή του αξιωματικού του αυτοκρατορικού ρωσικού στρατού ο οποίος κατέληξε τραπεζίτης στην Αθήνα δεν ξένιζε διόλου. Αποτελούσε πράγματι απόηχο ενός άλλου κόσμου, εποχής βίαιης και ταραγμένης που, κατά τα φαινόμενα, δεν έμελλε να εμφανιστεί ξανά: Η αισιοδοξία που, παρά τα προβλήματα και τα ζητήματα, τις αντιθέσεις και τις αντιπαρατάξεις, κυριαρχούσε σε όλη σχεδόν την Ευρώπη περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και τις αρχές της επομένης, αγκάλιαζε και την Ελλάδα.
Αλλοι καιροί, άλλοι άνθρωποι
Ο Γιούγκερμαν απλώς θύμιζε με τι είχαν να συγκρουστούν παλιότερα οι άνθρωποι, που όμως, παρά την κατά καιρούς βιαιότητα και σκληρότητά τους, παρέμεναν καλοί. Το τέλος με άλλα λόγια, αν και αναποφεύκτως έφερε, όπως πάντοτε, το προσωπείο του θανάτου, παρέμενε γενικώς happy και έτσι πλήρως εναρμονιζόταν με τα αλησμόνητα ιταλικά κυρίως τραγούδια τα οποία συνέθεταν τη μουσική υπόκρουση των τότε καιρών. Συνεπώς, καλό ήταν να διαβάζει κανείς τον Γιούγκερμαν και Καραγάτση γενικώς.
Ο τελευταίος, μάλλον λησμονημένος σήμερα, θα μπορούσε να θεωρηθεί συγγραφέας των νέων ή μάλλον των «εφήβων» ­ μα και ακριβώς το αντίθετο. Στο έργο του κυριαρχεί ερωτισμός ασυγκράτητος που είτε απωθεί ή, αντίθετα, έλκει. Η αντιπάθεια ή συμπάθεια την οποία όμως νιώθει κανείς για τα πρόσωπα των βιβλίων του έχει να κάνει περισσότερο με τον χαρακτήρα παρά με την ηλικία. Είναι λοιπόν χαρακτηριστικό αυτό που γράφει ο Τάσος Χριστοφιλόπουλος σε αυτοβιογραφικό του έργο που εκδόθηκε μεταθανατίως: Πηγαίνοντας το 1938 στο Μόναχο πέρασε από τη Βουδαπέστη και εκεί μπόρεσε να δει το μπαρ «Αριζόνα», το οποίο αναφέρεται στον Γιούγκερμαν, αγαπημένο του μυθιστόρημα.
Ποιος πραγματικά ήταν όμως ο Γιούγκερμαν; Ο Μ. Καραγάτσης τον παρουσιάζει ως εκρωσισμένο Φινλανδό, που μετά τα γεγονότα του 1917 ήλθε στην Ελλάδα μέσω Κωνσταντινούπολης και έγινε στέλεχος τράπεζας, εργοστασιάρχης πολύ πλούσιος ­ πιο Ελληνας από τους Ελληνες. Από τις περιγραφές που συχνά δίνουν τον τόνο στο έργο είναι σαφές ότι ο συγγραφέας ήξερε και αγαπούσε τον Πειραιά κατά βάση και την Κεντρική Ευρώπη. Μήπως όμως, από την άλλη πλευρά, είχε ως πρότυπο πρόσωπο υπαρκτό;
Μάλλον ναι. Το κύριο χαρακτηριστικό του συγγραφέα είναι η παρατηρητικότητα· έτσι ο Μ. Καραγάτσης κοίταζε γύρω του και, κατά πάσα πιθανότητα, βρήκε το πρότυπο του βιβλίου του στον Δημήτριο Ερσελμαν, ρώσο αξιωματικό που κατέληξε στέλεχος της Τραπέζης Αθηνών.

Στην υπηρεσία των τσάρων
Οι Ερσελμαν ήταν Γερμανοί της Θουριγγίας, οι οποίοι στις αρχές του 18ου αιώνα μετανάστευσαν στο Ρεβάλ της Εσθονίας. Στη συνέχεια τρεις από αυτούς μπήκαν στην υπηρεσία των τσάρων και έτσι η οικογένεια διακλαδώθηκε σε τρία σημεία της αυτοκρατορικής επικράτειας, στην Αγία Πετρούπολη συγκεκριμένα, στον Καύκασο και στη Βαρσοβία. Αυτός που υπήρξε ο «αληθινός Γιούγκερμαν» προερχόταν από τον πρώτο κλάδο.
Λεγόταν Δημήτριος και είχε γεννηθεί το 1889. Μπήκε στη Σχολή των Ακολούθων (του τσάρου) και μετά το τέλος της εκεί εκπαίδευσής του ονομάστηκε αξιωματικός. Σύζυγός του ήταν η εγγονή του Νικολάου Ιβάνοβιτς Πιρογκόφ, μεγάλου χειρουργού, από τους θεμελιωτές της ιατρικής παράδοσης της παλαιάς Ρωσίας, ο οποίος με τη σειρά του φαίνεται πως ενέπνευσε τον συγγραφέα άλλου μυθιστορήματος, γνωστού σήμερα σε όλη την Ευρώπη στη γαλλική του κυρίως εκδοχή (Une Saga Moscovite).
Οπως και να είναι, ο Δημήτριος Ερσελμαν έκανε ως το 1914 στην Πετρούπολη τη ζωή της ρωσικής αριστοκρατίας, έστω και χωρίς τα «χαριτωμένα» στιγμιότυπα που εμπεριέχονται στον Γιούγκερμαν. Οταν άρχισε πάντως ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, πήρε αμέσως μέρος στις μάχες. Πολέμησε στην Ανατολική Πρωσία, τραυματίστηκε, παρασημοφορήθηκε και στη συνέχεια αποσύρθηκε ως εκπαιδευτής στα έμπεδα. Το 1917 όμως καταλύθηκε ως γνωστόν η μοναρχία. Ο Δ. Ερσελμαν δεν ήταν διατεθειμένος να υπηρετήσει το νέο καθεστώς· αποστρατεύθηκε λοιπόν εκουσίως και μαζί με την οικογένειά του πήγε στον Καύκασο. Φρονούσε πως εκεί μπορούσε να ζήσει αξιοπρεπώς χάρη σε εισοδήματα από την περιουσία της γυναίκας του. Εκανε λάθος ­ και έτσι άρχισε η οδύσσεια η δική του και των δικών του.
Πράγματι, όταν οι οργανωμένες από το Κομμουνιστικό Κόμμα δυνάμεις άρχισαν να επικρατούν, ο πρώην αξιωματικός βρέθηκε στην ανάγκη να φύγει από την πατρίδα του. Μέσα από καταστάσεις πραγματικώς μυθιστορηματικές βρέθηκε στο Νοβοροσίσκ· εκεί, μαζί με την οικογένειά του, μπήκε σε πλοίο που κατευθυνόταν προς τον Νότο.
Το πλοίο παλιότερα ανήκε στο αυστριακό Λόιντ, αλλά σαν λάφυρο πολέμου ήταν πια αγγλικό. Στο αμπάρι του, καθώς διέσχιζε τη Μαύρη Θάλασσα, ήταν φύρδην μίγδην στοιβαγμένοι ρώσοι αριστοκράτες. Ορισμένοι δεν άντεξαν· έτσι, μόλις το καράβι πέρασε τα Στενά και μπήκε σε ελληνικά νερά, ξεψύχησε η κόμισσα Κουτούζοβα, απόγονος του μεγάλου Κουτούζοφ, νικητή του Ναπολέοντα. Τότε περίπου αποφάσισε να ξεμπαρκάρει σε ελληνικά χώματα και ο δικός μας ήρωας, ο Δ. Ερσελμαν.
Τραπεζικός στην Ελλάδα
Στη Λήμνο υπήρχε υποκατάστημα της Τραπέζης Αθηνών, η οποία κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο είχε συνδεθεί με τις Δυνάμεις της Εγκάρδιας Συνεννόησης. Με συστάσεις βρετανών γνωστών του ο Ερσελμαν διορίστηκε εκεί. Η πείρα, την οποία είχε ήδη αποκτήσει ως διαχειριστής της περιουσίας της γυναίκας του, ραγδαία μεταβαλλόταν σε πόρο βιοποριστικό.
Ετσι ο παλιός αξιωματικός του τσάρου έγινε τραπεζικός υπάλληλος στην Ελλάδα. Από τη Λήμνο πράγματι μετατέθηκε στην Πελοπόννησο ­ αρχικά στην Καλαμάτα και μετά στην Πύλο και στον Πύργο, όπου έγινε και διευθυντής. Το προζύμι του Γιούγκερμαν ήταν πια έτοιμο και το μόνο το οποίο χρειαζόταν ήταν η στενά συνδεδεμένη με την παρατηρητικότητα φαντασία συγγραφέα όπως ο Μ. Καραγάτσης.
Αν αυτός ήταν όμως ο κεντρικός ήρωας του επικής πνοής μυθιστορήματος, με ποιους ταυτίζονται τα άλλα πρόσωπα αυτού του έργου;
Να ερώτημα, που δυνατόν να αποτελέσει πυρήνα μιας άλλης ιστορίας.
Το άρθρο έχει βασιστεί σε αφήγηση του γιου τού Δ. Ερσελμαν, ο οποίος επίσης ονομάζεται Δημήτριος και έχει σταδιοδρομήσει σε τράπεζα.
Ο κ. Δημήτρης Μιχαλόπουλος είναι διευθυντής του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών και το άρθρο του αυτό γράφτηκε πριν 13 χρόνια στο ΒΗΜΑ.

Αλμύρα .. του Άγγελου Σεριάτου

Κατάστρωμα, κατάχαμα.
Ένα σακίδιο, ο Μαγιακόφσκι
και το αιώνιο ερωτικό παιχνίδι των αισθήσεων και της φαντασίας μου.
Οι αποσκευές μου πάντα λίγες.
Σιδεριές και μηχανές.
Ονειροπαρμένοι τουρίστες,
αλαφροίσκιωτοι ταξιδευτές,
απελπισμένοι και λαθραίοι.
Μέσα, ανάμεσα κι εγώ.
Όλα μου κάνουν εντύπωση
Δεν ξεχωρίζω απλά από σύνθετα,
Σημαντικά από ασήμαντα.
Το χάδι του αέρα μ’αγκαλιάζει
με ηρεμεί, με συνεπαίρνει.
Πάρος, Νάξος, Ικαρία, Σάμος.
Μυρίζεις ελληνικό γαλάζιο.
Κι αυτό σε μυρίζει. Τα χνώτα σου.
Ολόλευκα ξοκλήσια,
περήφανα βράχια,
τίμια ρυτιδιασμένα πρόσωπα.

Δεν σ’αγαπώ Ελλάδα
μα είσαι η μυρωδιά μου,
τα χρώματα κι οι μουσικές μου
το μητρικό μου χάδι,
τα όρια της ματιάς μου.
Είσαι εγώ. Και τώρα με συνήθισα.

Αρμύρα. Και πάλι αρμύρα.
Γεύσου την. Μουδιάζει το στόμα.
Μητέρα Ελλάδα δεν σου ανήκω,
Πρόσφυγα νου ταξίδεψε
ξανά, ξανά και αιώνια.
Μην ηρεμείς ποτέ ψυχή μου.