Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

τα πιό ωραία πράγματα δεν είναι ..πράγματα

Μια πασχαλίτσα ζει ξεχασμένη στο δωμάτιο μου εδώ και μέρες. Ξέρω τι πίνει αλλά δεν ξέρω τι τρώει κι έτσι της αφήνω διάφορα. Σε αντάλλαγμα μου δίνει την πολύτιμη καλοκαιρινή της διάθεση πετώντας εδώ κι εκεί. Τρέφει τα μάτια μου με το υπέροχο βαθυκόκκινο της χρώμα κάθε φορά που κάθεται κάπου και γεμίζει την ψυχή μου με όλα εκείνα που οι άνθρωποι ΔΕΝ είναι…
Σίγουρα μες τις προθέσεις της δεν είναι να με βλάψει, μάλλον κάτι τέτοιο δεν της έχει περάσει ούτε σαν υπαρκτή κατάσταση απ το μυαλό…
Σίγουρα στα φτερά της δεν έχει τσέπες, έτσι δεν της προσφέρεται η δυνατότητα να χαλάσει φιλίες για τα λεφτά...
Σίγουρα δεν έχει κανέναν αίσθημα ανταγωνισμού, δεν νοιώθει ελλιπής…
Σίγουρα δεν ζει εις βάρος μου, από κάθε άποψη…
Σίγουρα δεν έχει ανάγκη την παρέα μου αλλά κι αν την έχει σίγουρα τη διάλεξε δεν της την επέβαλε κανείς…
Δεν έχει ίχνος εγωισμού, αγνοεί τι πα να πει…
Σαφώς και δεν έχετε ιδέα τι θέλω να πω….
Αλλά σίγουρα τα πιο ωραία πράγματα δεν είναι πράγματα!!!
 
Κατερίνα Χ

οι καθιερωμένοι στρέφονται σε νουβέλες

     Ολοένα δυσχερέστερο αποδεικνύεται για τον σύγχρονο αναγνώστη το να βυθιστεί στην ανάγνωση λογοτεχνικών έργων μεγάλης έκτασης. Το συζητήσαμε στη λέσχη και αποδώσαμε το γεγονός στην ταχύτητα και την ανυπομονησία της σύγχρονης εποχής, τις φόρμες που επικρατούν στο διαδίκτυο, τις κατακλυσμιαίες ειδησιογραφίες που κρατούν όμηρο τον άνθρωπο στην επικαιρότητα, ένα πλέγμα παραγόντων που αφήνει παραπονεμένη την ουσιαστική επικοινωνία με τα αριστουργήματα κάθε λογής τέχνης.
     Δεν είναι καθόλου τυχαία η χρήση της μικρής φόρμας  τον τελευταίο καιρό από τους λογοτέχνες μας. Απόδειξη ότι υπάρχει μια έντονη αλληλεπίδραση με το ευρύ αναγνωστικό κοινό που "ζητά" σύντομες ιστορίες χωρίς έκπτωση στην θεματολογία τους, ικανές να του γνωρίσουν τον άγνωστο σε πολλούς κόσμο της λογοτεχνίας αλλά και να είναι "χρηστικές", δηλαδή να μην είναι παραπάνω βάρος στον καθημερινό μόχθο του. Οι συλλογές διηγημάτων και οι νουβέλες δίνουν και παίρνουν...
    Πρέπει να αντισταθούμε ή πρέπει να προσαρμοσθούμε με τα γεγονότα ; Ως προς την γραφή, τις δημιουργίες μας, έχει να κάνει με τα κίνητρά μας. Ως προς την επιλογή των κοινών αναγνωσμάτων μας το ζήτημα έχει παγίδες. Αριστουργήματα μικρής έκτασης υπάρχουν χιλιάδες στην παγκόσμια βιβλιοθήκη. Ευανάγνωστα όμως δεν είναι. Αντιθέτως τα σύγχρονα best seller ανεξαρτήτως έκτασης κυλούν σαν νερό αφήνοντας ελάχιστα ερωτήματα-θέματα-στοιχήματα προς καλλιέργεια.
    Σε μια λέσχη ανάγνωσης προσφεύγεις για να παρασυρθείς αναγνωστικά σε ανώτερα επίπεδα και για τούτο το στοίχημα των ποιοτικών επιλογών είναι κεφαλαιώδες. Οπότε θα είναι ήττα αν το κριτήριο στις επιλογές μας θα είναι η ευαναγνωσιμότητα. Και φέτος λοιπόν προτείνω να αντισταθούμε στο ρεύμα. Λίγες σελίδες ναι, ρηχές όμως όχι.
    Περικλής  

Το Παλίμψηστο του Αρχιμήδη

με επιμέλεια Θοδωρή :
«Lost and Found: The Secrets of Archimedes» είναι ο τίτλος της έκθεσης που εγκαινιάστηκε στις 16 Οκτωβρίου στο Μουσείο Τέχνης Walters της Βαλτιμόρης. Με φωτογραφίες, κείμενα και πολυμέσα, η έκθεση αφηγείται τη συναρπαστική περιπέτεια του σπάνιου χειρογράφου και το τεράστιο πρότζεκτ της συντήρησης, ψηφιακής επεξεργασίας και μελέτης του, που αποδεικνύει ότι ο Αρχιμήδης ανακάλυψε τα μαθηματικά του απείρου, τη μαθηματική φυσική και τη συνδυαστική - κλάδος των μαθηματικών που χρησιμοποιείται στην πληροφορική.
Το 1999, ο ανώνυμος συλλέκτης που απέκτησε το Παλίμψηστο το παραχώρησε στο Μουσείο Walters και μια ομάδα ερευνητών ξεκίνησε την προσπάθεια να διαβάσει το σβησμένα κείμενα στο παλαιότερο σωζόμενο αντίγραφο του αρχαίου Έλληνα μαθηματικού, φυσικού, εφευρέτη, μηχανικού και αστρονόμου, που κρύβει πίσω του μία απίστευτη περιπέτεια: το 10ο αιώνα, στην Κωνσταντινούπολη, ένας ανώνυμος γραφέας αντέγραψε πραγματεία του Αρχιμήδη πάνω σε περγαμηνή, κρατώντας τα ελληνικά του πρωτοτύπου. Το 13ο αιώνα, ένας μοναχός έσβησε το κείμενο του Αρχιμήδη, έκοψε τις σελίδες, περιέστρεψε τα φύλλα κατά 90 μοίρες και τα δίπλωσε στη μέση. Η περγαμηνή στη συνέχεια «ανακυκλώθηκε» μαζί με περγαμηνές από άλλα βιβλία, για να δημιουργηθεί ένα προσευχητάριο (το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής ονομάζεται παλίμψηστο).


Όταν το Μουσείο Walters παρέλαβε το χειρόγραφο, πολλοί πίστευαν ότι δεν μπορούσε να ανακτηθεί τίποτε από αυτό. «Ήταν σε φρικτή κατάσταση, έχοντας το βάρος των χιλίων χρόνων του, των μετακινήσεων και της κακής χρήσης», δήλωσε ο διευθυντής του πρότζεκτ «Αρχιμήδης» και επιμελητής χειρογράφων και σπάνιων βιβλίων του Walters, Γουίλ Νόελ.
Τέσσερα χρόνια χρειάστηκαν οι συντηρητές για να διαλύσουν το βιβλίο, λόγω της εύθραυστης κατάστασης της περγαμηνής, που είχε καταστραφεί από μούχλα, ενώ κάποια σημεία είχαν σκεπαστεί με σύγχρονη συνθετική κόλλα! «Κατέγραψα τα πάντα και έσωσα ακόμη και τα πιο μικροσκοπικά κομμάτια του χειρογράφου, φλούδες χρώματος, νήματα, σταθεροποίησα τη μελάνη με ζελατίνη, έκανα αμέτρητες επιδιορθώσεις με γιαπωνέζικο χαρτί», εξηγεί η Αμπιγκέιλ Κουάντ, επικεφαλής του τμήματος συντήρησης χειρογράφων του αμερικανικού μουσείου.
Το 2000, μια ομάδα ερευνητών άρχισε την ανάκτηση των σβησμένων κειμένων. Χρησιμοποίησαν τεχνικές απεικόνισης σε διαφορετικά μήκη κύματος του υπέρυθρου, ορατού και υπεριώδους φωτός (πολυφασματική απεικόνιση). Χάρη σε διαφορετικές μεθόδους ψηφιακής επεξεργασίας, το κείμενο αποκαλύφθηκε στα μάτια των ερευνητών με τρόπο που κανείς δεν το είχε δει για χίλια χρόνια. Ένα μέρος του βιβλίου που είχε σκεπαστεί με ρύπους διαβάστηκε με ακτίνες Χ στο εργαστήριο Stanford Synchrotron Radiation Lightsource (SSRL).
Το απόλυτο άπειρο
Ο Αρχιμήδης, στην πραγματεία του «Περί μεθόδου των θεωρημάτων μηχανικής» ασχολείται με την έννοια του απόλυτου απείρου και το Παλίμψηστο περιέχει το μόνο σωζόμενο αντίγραφο του σημαντικού συγγράμματος. Ο αρχαίος Έλληνας μαθηματικός ισχυρίζεται ότι δύο διαφορετικά σύνολα γραμμών είναι ίσα σε πλήθος, αν και είναι σαφώς κατανοητό ότι είναι άπειρα. Η προσέγγιση αυτή είναι όμοια με έργα του 16ου και του 17ου αιώνα, που οδήγησαν στην επινόηση του λογισμού.

Το Στομάχιον (ΟΣΤΟΜΑΧΙΟΝ = μάχη με οστά) ένα
από τα αρχαιότερα ελληνικά παιχνίδια
Επίσης, μόνο στο Παλίμψηστο βρέθηκε το «Στομάχιον» του Αρχιμήδη, η αρχαιότερη πραγματεία περί συνδυαστικής. Θεωρείται ότι ο Αρχιμήδης προσπαθούσε να ανακαλύψει με πόσους τρόπους θα μπορούσε να ανασυνδυάζει 14 τμήματα και να κάνει ένα τέλειο τετράγωνο. Η απάντηση είναι : 17.152 συνδυασμούς. Η συνδυαστική θεωρείται ζωτικής σημασίας στην πληροφορική.
Εκτός από τα έργα του Αρχιμήδη, στο Παλίμψηστο βρέθηκαν επίσης κρυμμένα ένα σχόλιο πάνω στις «Κατηγορίες» του Αριστοτέλη, καθώς και κείμενα του Υπερείδη, Αθηναίου ρήτορα του «χρυσού αιώνα».
Όταν το Παλίμψηστο οδηγήθηκε στο SSRL, αποκαλύφθηκε στην πρώτη σελίδα και η ταυτότητα του γραφέα , που έσβησε τα γραπτά του Αρχιμήδη. Το όνομά του ήταν Ιωάννης Μύρωνας και τελείωσε τη μεταγραφή των προσευχών στις 14 Απριλίου 1229, στην Ιερουσαλήμ !

Είναι απίστευτη η εξέλιξη της Τεχνολογίας !

παράσταση

της Άντριας Λουκαΐδου *

.
Μπαίνει στην αίθουσα με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά. Δεν είναι σίγουρος γιατί ήρθε. Θα σου κάνει καλό, του είπαν, να βγεις λίγο έξω. Εδώ όμως δεν είναι έξω• βλέπει καρέκλες δήθεν αναπαυτικές και με χρώμα βυσσινί. Κι έχει τοίχους. Τους μισεί τους ξένους τοίχους. Νιώθει τα πόδια του να γλιστρούν μέσα στα λάθος νούμερο παπούτσια. Το πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι πάνω τον ενοχλεί. Θα καθίσει στην τελευταία σειρά, στο κέντρο. Θα προτιμούσε διάδρομο αλλά δυο κυρίες έχουν καταλάβει τις ακριανές θέσεις και τις φρουρούν με ζήλο. Δεν τις αδικεί, κάνει πολλή ζέστη. Μπαίνει από αριστερά και δε ζητά συγγνώμη που πάτησε τα καινούρια γυαλιστερά γοβάκια της. Οι καρέκλες είναι όντως δήθεν αναπαυτικές, επιβεβαιώνει. Σπρώχνει τα γυαλιά στη μύτη του. 8:52. Οι αργοπορημένοι στριμώχνονται στην πόρτα. Κοντόχοντροι, μικροσκοπικοί, πανύψηλοι, ενοχλητικοί, υπομονετικοί, ιδρωμένοι, αγχωμένοι, τον περικυκλώνουν. Δίπλα του ένα παιδί με περίεργο πρόσωπο. Μπροστά μια γυναίκα με πυκνά μαλλιά που μυρίζει άσχημα. Πιο πέρα δύο άντρες αδιάφορης εμφάνισης φαίνεται να διαφωνούν για κάτι σημαντικό. Δεν ακούει τι λένε. Στ’ αυτιά του ένα γνώριμο τραγούδι. Δεν έχει όμως την κατευναστική επίδραση που είχε άλλοτε. Κλείνει τα μάτια και προσπαθεί να φέρει στο μυαλό τους δικούς του τοίχους. Στο μαύρο φόντο εμφανίζονται λόφοι από ανθρώπους στοιβαγμένους που φωνάζουν αστεία μεταξύ τους και σπρώχνονται να χωρέσουν όλοι στο σωρό. Κι αυτός όλο και μικραίνει και τα παπούτσια είναι τώρα τεράστια στα πόδια του σαν κάποιο φρικτό λάθος και τρέχει να γλιτώσει- θα τον ποδοπατήσουν το δίχως άλλο. Από τέσσερα ογκώδη μεγάφωνα ακούγεται το τραγούδι παραμορφωμένη φωνή και αλλαγμένη μελωδία και οι στίχοι σε μια γλώσσα που δεν υπάρχει δεν μπορεί ν’ ακούσει μέσα στο χαμό. Τον πιάνει ναυτία ανοίγει τα μάτια μια γυναίκα στη σκηνή κάτι ανακοινώνει δεν την ακούει αναταραχή γύρω του σηκώνονται «λίγο ακόμα» σκέφτεται ανακατεύεται δεν μπορεί να το κρατήσει άλλο μέσα ανοίγει το στόμα και το άγνωστο τραγούδι με την απαίσια μελωδία και τους ακατανόητους φθόγγους ξεχύνεται εκκωφαντικό ορμητικό και τους κουφαίνει.
.
Η Άντρια Λουκαΐδου γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου πριν 23 χρόνια. Τα τελευταία 5 (σπουδά)ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι στα πρόθυρα μεταπτυχιακού στη νεοελληνική φιλολογία. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στη συλλογή διηγημάτων Αόρατες παρουσίες και στο λογοτεχνικό έντυπο π. Λατρεύει το αστικό περιβάλλον, τα “free press” έντυπα, τον Kafka, τον Σαχτούρη, το σινεμά και το φαγοπότι με καλή παρέα. Ειδικεύεται στον ειρωνικό (αυτο)σαρκασμό, στο θησαύρισμα επιφανειών και μέσων (συγ)γραφής, στην περιήγηση σε ράφια με βιβλία.

Από τη συνέντευξη της Σοφίας Νικολαϊδου






http://www.bookpress.gr/sinenteuxeis/ellines-i/sofia-nikolaidou
 η χρησιμότητα της συγγραφικής τεμπελιάς

Ερώτημα
- Από το 2008 διδάσκετε Δημιουργική Γραφή στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Πόσο σας βοήθησε στο γράψιμό σας;
Απάντηση
- Πολύ. Δεν ξέρω αν είμαι σε θέση να αποτυπώσω αυτήν την, όχι μόνο ωφέλιμη αλλά και ξεσηκωτική συγγραφικά, εμπειρία. Το πρώτο που αντιλαμβάνονται διδάσκοντες και διδασκόμενοι στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, με τον πλέον έκτυπο τρόπο, είναι πως τα συγγραφικά προβλήματα μπορεί να είναι κοινά, όμως οι λύσεις όχι. Αυτό ενεργοποιεί το συγγραφικό δόλο και προσφέρει συγγραφικά καύσιμα. Καθώς οι λογοτεχνικές δοκιμές και τα σχεδιάσματα των μεταπτυχιακών φοιτητών συζητούνται διεξοδικά στην ομάδα - στο πλαίσιο μιας άτυπης, για ορισμένους βάναυσης, συγγραφικής δημοκρατίας, όπου αυτό που μετράει είναι το δοκιμαζόμενο κάθε φορά κείμενο και όχι το ονοματεπώνυμο και το εργογραφικό του επίδοξου συγγραφέα - γίνεται αντιληπτό πως συνταγές δεν υπάρχουν και όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά.

Όταν συζητούνται θέματα συγγραφικής ταυτότητας και συγγραφικής ιδεολογίας, η συγγραφική συνείδηση εμπεδώνεται. Η τεχνική και η επινοητικότητα δοκιμάζονται. Αποκαλύπτονται και συζητιούνται τα παράδοξα της συγγραφής, για παράδειγμα η χρησιμότητα της συγγραφικής τεμπελιάς. Το να μη γράφεις, σε αρκετές περιπτώσεις, αποτελεί σημαντικό κομμάτι του γραψίματος. Το να ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου και να σκέφτεσαι με το μυαλό, τις εμπειρίες και τη γλώσσα των ηρώων σου αποτελεί συγγραφική πράξη.

(post της Έφης Βαφειάδη)

ένα αξιόλογο blog

http://eranistis.net/wordpress/%CE%B5%CF%83%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82/

Στο blog που αναφέρεται ο παραπάνω σύνδεσμος υπάρχει μια συνοπτική αναφορά στον εσωτερικό μονόλογο και τον μοντερνισμό γενικότερα, λογοτεχνικό ύφος/κίνημα στο οποίο ουσιώδη ρόλο διαδραμάτησε ο Ιρλανδός νομπελίστας James Joyce .

Ο «σκαντζόχοιρος» των συγγραφέων

Τζέιμς Τζόις
Ενενήντα χρόνια από την έκδοση του «Οδυσσέα» ο ιρλανδός δημιουργός εξακολουθεί να προκαλεί πάθη στο αναγνωστικό κοινό, στους κριτικούς και στους ιστορικούς της λογοτεχνίας
Τζέιμς Τζόις: Ο «σκαντζόχοιρος» των συγγραφέων
Ο Τζέιμς Τζόις με την εκδότρια του «Οδυσσέα» Σίλβια Μπιτς, ιδιοκτήτρια του θρυλικού βιβλιοπωλείου του Παρισιού «Shakespeare and Company».

20
εκτύπωση 
 
«Ο Τζόις είναι ο σκαντζόχοιρος των συγγραφέων. Οι ήρωές του είναι ήρωες με το ζόρι» έγραφε το 1959 στην εισαγωγή της μνημειώδους βιογραφίας του για τον συγγραφέα του Οδυσσέα ο Ρίτσαρντ Ελμαν. Εχει περάσει πάνω από μισός αιώνας από τότε και η οξύτητα της παρατήρησης του Ελμαν δεν έχει μειωθεί στο ελάχιστο. Αρκεί να διαβάσει κανείς έστω και δύο - τρία διηγήματα από τους Δουβλινέζους για να συμφωνήσει με τον κατά πάσα πιθανότητα κορυφαίο βιογράφο του 20ού αιώνα. Βέβαια, το έργο που συνιστά την απόλυτη επιβεβαίωση των παραπάνω είναι ένα από τα μείζονα επιτεύγματα του υψηλού μοντερνισμού: ο Οδυσσέας. Γιατί «ήρωας με το ζόρι» είναι ο κύριος πρωταγωνιστής Λέοπολντ Μπλουμ, ένας «Οδυσσέας» της καθημερινότητας, που για να περιγράψει μόνο μία ημέρα από τη ζωή του ο Τζόις γράφει σχεδόν 800 σελίδες, και «ηρωίδα με το ζόρι» είναι η «Πηνελόπη» Μόλυ, όπως το ίδιο συμβαίνει με όλα σχεδόν τα πρόσωπα που εμφανίζονται στο έργο.


Στις 2 Φεβρουαρίου συμπληρώνονται 90 χρόνια από την πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος, η οποία δεν κυκλοφόρησε στις αγγλόφωνες χώρες αλλά στο Παρίσι - την ημέρα που ο συγγραφέας συμπλήρωνε τα 40 του χρόνια - από τη Σίλβια Μπιτς, ιδιοκτήτρια του θρυλικού βιβλιοπωλείου «Shakespeare and Company» και θαυμάστριά του.
Είναι βέβαιον ότι η επέτειος θα γιορταστεί με πλήθος εκδηλώσεων από τους αναρίθμητους θαυμαστές του Τζόις σε όλον τον κόσμο. Είναι επίσης βέβαιον ότι τη 16η Ιουνίου, τη λεγόμενη Bloomsday, ο εορτασμός θα λάβει πανηγυρικό χαρακτήρα στην Ιρλανδία. Θυμίζω ότι η 16η Ιουνίου 1904, όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση του Οδυσσέα, ήταν η ημέρα που ο Τζόις συνάντησε τη Νόρα Μπάρνακλ η οποία θα γινόταν μούσα και σύντροφος της ζωής του: θα παντρεύονταν μόλις δέκα χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1931. Την επέτειο αυτή τιμούν στη χώρα μας οι Εκδόσεις Κέδρος, που προσέφεραν το 1990 την πληρέστερη ως σήμερα μετάφραση του Οδυσσέα, από τον Σωκράτη Καψάσκη, κυκλοφορώντας τώρα το βιβλίο σε νέα έκδοση, χωρίς αλλαγές αλλά με σκληρό εξώφυλλο. Αποσπάσματα από το έργο σε συλλογική μετάφραση είχαν δημοσιευθεί τη δεκαετία του '40 στο περιοδικό «Κοχλίας», ενώ αργότερα, στη δεκαετία του '70, είχε κυκλοφορήσει μια μάλλον ατυχής μετάφραση του Λ. Νικολούζου.


Η έκδοση του Κέδρου γνώρισε ανέλπιστη εμπορική επιτυχία, που δεν την αξιώθηκαν έργα αντίστοιχης αξίας της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ούτε καν το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, πόσω μάλλον ο Ανθρωπος χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ ή το Βιργιλίου θάνατος του Μπροχ. Παρατηρήθηκε δηλαδή και στη χώρα μας το φαινόμενο που παρουσιάστηκε παγκοσμίως: απίστευτο ενδιαφέρον για ένα βιβλίο το οποίο πολλοί απ' όσους το αγόρασαν είτε δεν το διάβασαν είτε το άφησαν στη μέση.

Οι αναγνωστικές δυσκολίες που παρουσιάζει ο Οδυσσέας οφείλονται φυσικά όχι τόσο στον όγκο του όσο στην περίπλοκη αρχιτεκτονική του, η οποία απαιτεί απόλυτη αφοσίωση του αναγνώστη στο κείμενο προκειμένου να μη χαθεί μέσα στον υφολογικό και πραγματολογικό λαβύρινθο του Τζόυς.

Επιτομή του μοντερνισμού
Ο Οδυσσέας συνιστά, μαζί με την Ερημη χώρα του Ελιοτ, η οποία κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, την επιτομή του υψηλού μοντερνισμού. Αντιλαμβάνεται κανείς τη γοητεία που άσκησε (και τις αμέτρητες μελέτες που προκάλεσε), αφού, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Ελιοτ, ο Τζόυς «κατεδάφισε» όλες τις εκδοχές του ύφους που μας παρέδωσε ο 19ος αιώνας. Ενενήντα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση ο χρόνος, αντί να φθείρει αυτό το αριστούργημα, του πρόσθεσε νέες αποχρώσεις - για να μην αναφερθούμε στον πόλεμο που εξακολουθεί να μαίνεται ανάμεσα σε ειδικούς και μη για το ποιο θα πρέπει να είναι το τελικό (οριστικό) κείμενο, τι λάθη παρεισέφρησαν στη μία ή στην άλλη έκδοσή του, ποιες «διορθώσεις» λαθών ήταν λανθασμένες και ποια από τις άπειρες μεταφράσεις του βρίσκεται πλησιέστερα στο πρωτότυπο. Δεν είναι τυχαίο ότι στον κατάλογο των 100 σημαντικότερων μυθιστορημάτων της Modern Library (του εκδοτικού κολοσσού Random House) ο Οδυσσέας κατέχει την πρώτη θέση.

Στον Τζόυς και ειδικότερα στον Οδυσσέα οφείλεται ο όρος stream of consciousness, ο οποίος μεταφέρθηκε στη χώρα μας ως εσωτερικός μονόλογος (μάλλον από τον Βαλερί Λαρμπό που μετέφρασε τμήμα του μυθιστορήματος στα γαλλικά και επιμελήθηκε το κείμενο συνολικά).

Οδύσσεια της καθημερινότητας
Η σύλληψη του συγγραφέα υπήρξε μεγαλοφυής - και ακόμη περισσότερο η εκτέλεση. Ο Τζόυς έγραψε τη δική του Οδύσσεια της καθημερινότητας, όπου όλα είναι απολύτως συγκεκριμένα. 16 Ιουνίου 1904. Δουβλίνο. Ενας κάτοικος, ο Λέοπολντ Μπλουμ, ξυπνάει για να πάει στη δουλειά του. Αλλά αργεί να επιστρέψει στο σπίτι του. Αργοπορεί, καθυστερεί και φτάνει τις πρώτες ώρες της επομένης. Το σπίτι του είναι η Ιθάκη του και τα όσα συμβαίνουν παραπέμπουν στα περιστατικά της ομηρικής Οδύσσειας. Μόνο που εδώ η κάθοδος στον Αδη αντιστοιχεί σε μια μετάβαση του Μπλουμ στο νεκροταφείο, όπου πηγαίνει για να παραστεί στην κηδεία ενός φίλου του που πέθανε ξαφνικά, οι Σειρήνες είναι τα κορίτσια του μπαρ ενός ξενοδοχείου, η σπηλιά του Κύκλωπα ένα άλλο μπαρ, όπου ο πιο γνωστός θαμώνας του είναι κάποιος ιρλανδός εθνικιστής και αντισημίτης, η Κίρκη ένα πορνείο, ενώ το νησί του Αιόλου τα γραφεία μιας εφημερίδας.

Ο Οδυσσέας αποτελείται από 18 κεφάλαια, το καθένα από τα οποία έχει γραφτεί με διαφορετική τεχνική και το καθένα καλύπτει περίπου μία ώρα από τον συνολικό αφηγηματικό χρόνο. Η αφήγηση είναι πολυεπίπεδη, με μια απίστευτη ποικιλία αποχρώσεων όπου ο συγγραφέας, χωρίς να παρουσιάζεται ως κλασικός παντογνώστης αφηγητής, αποδεικνύεται απόλυτος κάτοχος του υλικού του. Τα επεισόδια που περιγράφει, κυρίως όμως ο ανεπανάληπτος τρόπος με τον οποίο τα συνθέτει, η διείσδυση στο υπόστρωμα του χαρακτήρα του καθενός από τα πρόσωπα που παρελαύνουν στις σελίδες του ώσπου να καταλήξει στο απίστευτο τελευταίο κεφάλαιο, τον λεγόμενο «μονόλογο της Μόλλυ», συνθέτουν ένα έργο το οποίο ουδείς προσπάθησε να μιμηθεί ως σήμερα χωρίς να αποτύχει οικτρά, αποδεικνύοντας, πολύ απλά, ότι η μοναδικότητα δεν επαναλαμβάνεται.

Δεκαοκτώ βιβλία σε ένα
Πέραν αυτού, δεν υπάρχει μυθιστόρημα στην παγκόσμια λογοτεχνία όπου να έχουμε ένα τόσο λεπτομερές πορτρέτο μιας πόλης, όπως είναι εδώ το Δουβλίνο, σε σημείο μάλιστα που ο Τζόυς να ισχυριστεί ότι, αν η πόλη είχε ολοσχερώς καταστραφεί, θα μπορούσε να ξαναχτιστεί πανομοιότυπη, «τούβλο-τούβλο», με βάση τον Οδυσσέα.

Οταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα από τον Κέδρο η σχετική μυθολογία ήταν πολύ μεγαλύτερη από τα όσα ήταν γνωστά όχι μόνο για το έργο καθαυτό, αλλά και για τις συνθήκες υπό τις οποίες γράφτηκε. Σε συγκριτικό επίπεδο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επηρέασε σημαντικούς συγγραφείς και τους προέτρεψε να προβούν στη δική τους πρόταση για μια διαφορετική εκδοχή του μυθιστορήματος. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι βέβαια ο Χέρμαν Μπροχ.
Οσον αφορά τα καθ' ημάς, είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι ο έλληνας αναγνώστης του Τζόυς σήμερα έχει στη διάθεσή του τη βιογραφία του Ελμαν μεταφρασμένη ωραία από την Αθηνά Δημητριάδου (εκδόσεις Scripta, 2005). Θα έλεγα πως, μολονότι η ανάγνωση ενός αριστουργήματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην ότι πρέπει να γνωρίζει κανείς το πώς και το τι της δημιουργίας του, όποιος διαβάσει πριν από τον Οδυσσέα τη βιογραφία του Ελμαν θα είναι προετοιμασμένος να εισέλθει στον τζοϋσικό λαβύρινθο και να εξέλθει ευκολότερα από εκεί.

Παλαιότερα είχε ειπωθεί ότι μπορεί κανείς να διαβάσει το βιβλίο απ' όποιο σημείο τού αρέσει και με όποιον τρόπο το επιθυμεί. Αυτό δεν είναι βέβαια σωστό, ή τουλάχιστον μια τέτοιου είδους ανάγνωση δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρης. Ακόμη, είναι αδύνατον κάποιος έστω και να διατρέξει τον Οδυσσέα πηδώντας σελίδες. Αν το κάνει, είτε θα χαθεί στον λαβύρινθο είτε θα προσλάβει μια ημιτελή εικόνα του τζοϋσικού Δουβλίνου, ή και τα δύο.

ο Banville σε debate ..

http://www.youtube.com/watch?v=qXhJoxJf5Hk&feature=related

   φαίνεται ότι έχουμε έλλειψη από μέσους λογοτέχνες στην Ιρλανδία, έχουμε είτε κολοσσούς είτε άσημους... είναι σα να τους έχω πίσω μου ( τον Όσκαρ Ουάϊλτ , τον Μπέρναντ Σω, τον Γέϊτς ) να μου δείχνουν το έργο τους και να μου λένε... τι πας να κάνεις τώρα εσύ μικρέ ;

   απολαύστε το με ένα κλικ

...από συνεντεύξεις του John Banville




μπορείτε να απολαύσετε μια συνέντευξη του John Banville σε δυό μέρη, στο u-tube πατώντας τους δυό παραπάνω συνδέσμους. Επιλέγοντας υπότιτλους εμφανίζει το κείμενο παράλληλα με την ροή του λόγου, πάντα σε Αγγλικά. Ακόμη και με φτωχή γνώση της γλώσσας απολαμβάνεις την αύρα του μάστορα της νουβέλας καθώς "ανακρίνεται" μετά την βράβευσή του με το booker price για τη "θάλασσα"

Παρακάτω υπάρχει ένα ενδιαφέρον κομμάτι από άλλη συνέντευξή του σχετικά με το βιβλίο "the untouchable" το οποίο προσπάθησα να σας μεταφράσω με σχετικώς αποδεκτό τρόπο. 





Δημοσιογράφος : Τι σας προσέλκυσε στην ιστορία του μεγαλύτερου σκανδάλου κατασκοπείας του εικοστού αιώνα της Αγγλίας, την υπόθεση του Cambridge;

J.Banville :  Εδώ βρίσκονται  οι ταλαντούχοι, οι προνομιακοί νέοι άνδρες, στην καρδιά της αγγλικής νομενκλατούρας. Καλά μορφωμένοι, έξυπνοι, όμορφοι. Φάνηκαν να είναι οι φυσικοί κληρονόμοι στη βρετανική εξουσία, αφού έζησαν στα 1920, κυρίως λόγω του ότι ήταν πολύ νέοι για να πεθάνουν στο Μεγάλο Πόλεμο. Και μετά αποδεικνύεται ότι κατασκόπευαν για τη Σοβιετική Ένωση, από όλους τους χώρους.  Ο Anthony Blount, ο οποίος πήγε για να γίνει ένας ιστορικός τέχνης και επιμελητής των έργων ζωγραφικής της βασίλισσας μέχρι που απομακρύνθηκε ως κατάσκοπος το 1979, βρήκα μια ιδιαίτερα συναρπαστική προσωπικότητα. 


    Δημοσιογράφος : Βρίσκω στην ιστορία του Μάσκελ μια γενναιότητα. Παρά την αυτο-απέχθειά του, αντιμετωπίζει την αποτυχία, την απώλεια και το θάνατο του που πλησιάζει με μεγάλο στυλ, αλλά και χιούμορ. Σπάνια κάποιος αναφέρει το χιούμορ, αλλά νομίζω ότι το βιβλίο (the untouchable) είναι αρκετά αστείο. Είναι ξεκαρδιστικό, πραγματικά, αν έχετε ένα τεντωμένο αυτί στο μαύρο χιούμορ. Έψαχνα μερικά δελτία τύπου, και πολλά από τα άρθρα για εσάς, αναφέρουν και τον Μπέκετ. Υπάρχει μια ομοιότητα μεταξύ της εργασίας σας και του το ότι, και σε εκείνον, το χιούμορ παρεισφρεί ακόμη και στην πιο "οικτρή" των περιστάσεων..

    
J.Banville : Αυτό είναι κάτι το θαυμάσιο με τον Μπέκετ, πόσο πραγματικά αστείο είναι το έργο του. Ιρλανδοί συγγραφείς όπως ο Shaw, ο Wilde, η Τζόις και ο Μπέκετ έχουν παράδοση να αντιμετωπίζουν τα πράγματα με ένα υποτιμητικό, δύσπιστο, χιουμοριστικό τρόπο που τον βρίσκω πολύ καλά δουλεμένο, αξιοθαύμαστο.
    Κοιτάξτε, ο Wilde, έκανε ακόμα αστεία στο τέλος της ζωής του, όπως εκείνο το διάσημο σχόλιο του προς την ταπετσαρία στο δωμάτιο που πέρασε τις τελευταίες του στιγμές : " άκου, ένας από μας θα πρέπει να πάει.! ".

    Η περίπτωση του Maskell.... αυτός έχει πλήρη επίγνωση της ηθικής, αλλά δεν πρόκειται να απολλογηθεί στον εαυτό του ή τους άλλους για ό, τι έκανε. Δεν πρόκειται καν να προσποιηθεί ότι η κατασκοπεία ήταν μια πολύ σοβαρή υπόθεση . Δεν νομίζω ότι το είδε ως μια εντελώς σοβαρή δουλειά, αλλά από πολλές απόψεις ως μια πτήση από την πλήξη.
    
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι παθιασμένος με τη ζωή. Ο Μίλαν Κούντερα έχει μια μεγάλη αναφορά σε ένα βιβλίο του με δοκίμια σχετικά με το πώς θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το πάθος δεν είναι μόνο στην καρδιά, μπορεί επίσης να είναι στο μυαλό. Έχω αισθανθεί σαν ρηχές μερικές από τις κριτικές σχετικά με την ψυχρότητα του Maskell ως χαρακτήρα. Δεν το λέω από ενόχληση. Νομίζω ότι υπάρχει ένα πραγματικό κρίσιμο σημείο που πρέπει να γίνει εμφανες ότι η ψυχρότητα, ο έλεγχος της προσωπικότητας στην επιφάνεια δεν σημαίνει πάντα μια εσωτερική έλλειψη πάθους.
 
   
Δημοσιογράφος : Κριτικοί έχουν επισημάνει ότι ο χαρακτήρας του Maskell είναι αναγωγή σε συγγραφείς όπως ο Shaw και ο Wilde που πήγαν από την Ιρλανδία στην Αγγλία και έγιναν περισσότερο Άγγλοι από ό, τι οι ίδιοι οι Άγγλοι, έγιναν περιπτώσεις παρωδίας της αγγλικής ιδιοσυγκρασίας. Βέβαια η αγγλική σχολή τους αποδέχεται πάντα, ανεξάρτητα αν τους προσάπτει στοιχεία παρωδίας ή όχι.


   
J.Banville : Ακούστε. Η σχέση μεταξύ της Αγγλίας και της Ιρλανδίας εξακολουθεί να είναι πολύ «δυνατή», και δεν αφορά μόνο βόμβες και σφαίρες. Γεωγραφικά, είναι περίεργο το γεγονός ότι η Ιρλανδία είναι μια μετα-αποικιακή χώρα με τους πρώην αποίκους να ζουν μόλις εβδομήντα μίλια πέρα ​​από τη θάλασσα. Αν ήταν στην άλλη μεριά του πλανήτη, είμαι βέβαιος ότι δεν θα υπήρχε αυτή η εμμονή με την αγγλική πραγματικότητα. «Ένα αόρατο νήμα» είναι ένα εύστοχο σχόλιο για αυτή την πτυχή της σχέσης μας. Φυσικά, εγώ μιλώ για τη γενιά μου, η νέα γενιά στην Ιρλανδία δεν μπορεί να κουβαλά την ίδια εμμονή.

    Από την άλλη μεριά...το ιστορικό μυθιστόρημα είναι ένα περίεργα αστείο πράγμα. Μπορείτε να πάρετε τα πραγματικά περιστατικά, όπως έκανα σε μυθιστορήματα που βασίζονται στη ζωή του Κοπέρνικου και του Κέπλερ, να τα βάλετε σε ένα χωνευτήρι, βράστε μια ώρα με τη μυθοπλασία, και στο τέλος μερικές φορές ακόμη και σεις δεν μπορείτε να πείτε ποιο είναι το ζουμί στην τελειωμένη ιστορία. Είναι μια επιχείρηση ξεδιάντροπη, να παίζεις γρήγορα και χαλαρά με στοιχεία σχετικά με τη ζωή των ανθρώπων, αλλά θέλω να πιστεύω ότι και αυτή η διαδικασία επιτυγχάνει ένα είδος φωτισμού των χαρακτήρων. Τα ανθρώπινα όντα είναι πάντα πιο ενδιαφέροντα από ό, τι οι φανταστικοί χαρακτήρες. Γι αυτό καταφεύγουμε σε αυτά.

Σεμπάστιαν Μπάρυ ( Ιρλανδία )

Oι κεραίες της εποχής μας : σκηνοθεσία/μοντάζ: Γιάννης Κατσάμπουλας, επιμέλεια-παρουσίαση: Ανταίος Χρυσοστομίδης, Μικέλα Χαρτουλάρη - φωτογραφία: Δημήτρης Κορδελάς - παραγωγή: S.M.art Media - τα γυρίσματα έγιναν στην Ιρλανδία.
http://www.youtube.com/watch?v=hnDszQdXGGM
«Εγώ τους λυπάμαι όλους με την κρίση. Ακόμα κι εκείνους που πρόλαβαν να "φάνε" καλά. Διότι υπήρχε μια μικρούλα φλόγα που έκαιγε μέσα μας και τώρα είναι σαν να της έχουν ρίξει νερό. Όλοι αισθανόμαστε ότι τίποτα δεν έχει νόημα και μεταμορφωνόμαστε σε μια χώρα ψυχωτική».
Τα λόγια αυτά θα μπορούσαν να βγαίνουν από το στόμα ενός Έλληνα πολίτη αλλά βγαίνουν από το στόμα ενός διάσημου Ιρλανδού μυθιστοριογράφου και θεατρικού συγγραφέα, του Σεμπάστιαν Μπάρι. Γνωστός στην Ελλάδα από τρία μυθιστορήματά του ("Η οδύσσεια του Ινίας ΜακΝάλτυ". "Μακριά, πολύ μακριά" και "Η μυστική γραφή") ο Μπάρι εμπνέεται από τη συχνά τραγική Ιστορία της χώρας του και προσπαθεί να κατανοήσει ποια από τα σημερινά προβλήματα της Ιρλανδίας έχουν τις ρίζες τους στο παρελθόν, στον αγώνα της κατά των Άγγλων.
Η Μικέλα Χαρτουλάρη και ο Ανταίος Χρυσοστομίδης συνάντησαν τον συγγραφέα στο εξαιρετικά διακοσμημένο σπίτι του -ένα παλιό πρεσβυτέριο του 19ου αιώνα, χαμένο μέσα στα χωράφια- στην επαρχία Ουίκλοου, μια επαρχία με επίσης μεγάλη ιστορία αφού κατοικήθηκε από τους Κέλτες, ερημώθηκε από τους Βίκινγκς και σήμερα αποτελεί την πιο τουριστική περιοχή της νότιας Ιρλανδίας. Πενήντα πέντε χρονών σήμερα, γιος της γνωστότερης ηθοποιού του Ιρλανδικού θεάτρου, ο Μπάρι δύσκολα παραχωρεί συνεντεύξεις για τις εφημερίδες και την τηλεόραση. Έκανε μια εξαίρεση για την Ελλάδα, μια χώρα που αγαπάει ιδιαίτερα αφού έρχεται συχνά εδώ για διακοπές. Ο Τσιτσάνης και η "Συννεφιασμένη Κυριακή" τον συντροφεύουν καθημερινά και στην Ιρλανδία, αφού αυτή είναι η μουσική που ο Μπάρι ακούει συνεχώς στο αυτοκίνητό του!
Στη συνέντευξή του ο Μπάρι δεν φοβάται μήπως φανεί αιρετικός. "Συγχωρήσαμε πολλά στους εαυτούς μας επειδή μάς θεωρούσαμε θύματα" θα πει κάποια στιγμή ενώ συζητάει για τις έννοιες του ήρωα και του προδότη, αμφισβητώντας έντονα κάθε δογματική και μονόπλευρη ματιά. "Δεν υπάρχει σωστός και δίκαιος πόλεμος" θα πει σε ένα άλλο σημείο της συνέντευξης, έχοντας απόλυτη επίγνωση ότι σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να χωρίζεται σε "καλούς" και "κακούς" μια τέτοια θέση ακούγεται τουλάχιστον ανατρεπτική.

Η επισκευή


«Έρχομαι για τη γέφυρα», είπε ο μικρόσωμος γκριζομάλλης άνδρας με τη μπλε φόρμα εργασίας, που στεκόταν στην πόρτα.
«Παρακαλώ», είπε η γυναίκα, «σας περιμέναμε.»
«Είναι στον πάνω όροφο», είπε και προηγήθηκε στη σκάλα. Ο άνδρας την ακολούθησε.
«Όταν διάβασα την αγγελία, ήξερα αμέσως, ότι ήταν αυτό που χρειαζόμαστε», είπε και άνοιξε μια πόρτα.
Σε ένα σκοτεινό δωμάτιο μια αδύναμη μορφή ήταν ξαπλωμένη πάνω σε ένα κρεβάτι και κοίταζε με ορθάνοιχτα μάτια τους δυο εισερχόμενους.
«Συμβαίνει πάντα το ίδιο», είπε με σπασμένη φωνή, «περπατώ σε μια γέφυρα πάνω από μια βαθιά χαράδρα. Στην άλλη πλευρά υπάρχει ένα ανθισμένο αλπικό λιβάδι. Μόλις φτάνω στη μέση, σπάζουν τα ξύλα και πέφτω στο κενό. Σας παρακαλώ, επισκευάστε τη γέφυρα. Σας παρακαλώ.»
«Θα το μπορέσετε;» ρώτησε η γυναίκα δίπλα του.
Ο άνδρας κοίταξε τη φωτογραφία πάνω στο κομό, που έδειχνε ένα κορίτσι με μια παραδοσιακή ενδυμασία σε ένα ολάνθιστο λιβάδι των Άλπεων.
«Δεν είναι τόσο εύκολο», απάντησε, «τόσο ψηλά πάνω απ’ το φαράγγι, αλλά θα προσπαθήσω. Πρέπει πρώτα να εφοδιαστώ με μερικά πράγματα.»
Πήρε μετά το χέρι της ηλικιωμένης γυναίκας και είπε: «Θα έρθω αύριο ξανά, θα φέρω και μια βοηθό μου. Θα διορθώσουμε τη γέφυρα.»
Το επόμενο βράδυ ο μικρόσωμος γκρίζος άνδρας κάρφωσε με το σφυρί χοντρά καρφιά σε μερικές σανίδες που βρίσκονταν στο πάτωμα.
Μια κοπέλα με παραδοσιακή ενδυμασία είχε σκορπίσει παντού στον χώρο μπουκετάκια με αγριολούλουδα των Άλπεων και μικρά ματσάκια από άχυρο. Σε όλο το δωμάτιο απλωνόταν μια ευωδιά σαν ορεινό λιβάδι.
«Λοιπόν», είπε ο άνδρας και σηκώθηκε απ’ το πάτωμα, «η γέφυρα επιδιορθώθηκε. Μπορείτε να την διαβείτε χωρίς ανησυχία.»
Η ηλικιωμένη γυναίκα είχε ανασηκωθεί καθισμένη στο κρεβάτι και ανέπνεε βαθειά και ήρεμα.
Όταν η κόρη της το επόμενο πρωί τηλεφώνησε στην εταιρεία «Επισκευές ονείρων κάθε είδους», για να πει στον μικρόσωμο γκριζομάλλη άνδρα, πως η μητέρα της μπόρεσε να πεθάνει εκείνη τη νύχτα, μια μαγνητοφωνημένη φωνή έλεγε, πως αυτή η τηλεφωνική σύνδεση δεν είναι πλέον σε λειτουργία.

Franz Hohler
Από τη συλλογή διηγημάτων «Στην εκβολή. 37 ιστορίες για τη ζωή και το θάνατο», εκδ. Luchterhand, Μόναχο 2003
Για την απόδοση στα Ελληνικά: Καίτη Στεφανάκη, Ιούνιος 2012

Αόρατη παρουσίαση II

Εισαγωγή από την Πρωτοπορία

Παίρνουν τις θέσεις τους και οι τελευταίοι και αρχίζουμε

Η Σοφία Νικολαΐδου μιλάει για την ομάδα bohemians

Η γεμάτη αίθουσα

After party

Αφορισμοί

11/12
Οι διαφορετικές απόψεις που μπορεί να έχει κάποιος για ένα μήλο, φέρ' ειπείν: η άποψη του μικρού αγοριού που τεντώνει το λαιμό του για να δει το μήλο μια στιγμή απάνω στο τραπέζι, και η άποψη του νοικοκύρη του σπιτιού, που παίρνει το μήλο με άνεση και το προσφέρει ελεύθερα στους άλλους συνδαιτυμόνες.

14
Αν βάδιζες σε μια πεδιάδα, με κάθε πρόθεση μπροστά να προχωρήσεις, κι ωστόσο κατά πίσω πήγαινες, αυτό θα 'ταν απελπιστικό∙ αλλ' αφού σε μιαν απόκρημνη πλαγιά ανηφορίζεις, τόσο απόκρημνη όσο φαίνεσαι κι εσύ σαν σε βλέπουν από κάτω, το ότι κάποτε πηγαίνεις κατά πίσω δεν μπορεί παρά να προκαλείται από τη φύση του εδάφους, κι έτσι λοιπόν απελπισία δεν χρειάζεται να νιώθεις.

16
Ένα κλουβί βγήκε να βρει ένα πουλί.

22
Εσύ είσαι η μελέτη. Κι όχι, όχι, ο μαθητής.

32
Τα κοράκια διατείνονται ότι ένα και μόνο κοράκι θα μπορούσε τον ουρανό να καταστρέψει. Δεν χωράει αμφιβολία, αλλά και δεν αποδεικνύει τίποτα κατά του ουρανού, μιας που ο ουρανός σημαίνει απλώς: αδυνατότητα κορακιών.

47
Τους είπαν να διαλέξουν αν θέλουν να γίνουν βασιλιάδες ή αγγελιαφόροι βασιλιάδων. Όπως τα παιδιά, θέλησαν όλοι να γίνουν αγγελιαφόροι. Γι' αυτό υπάρχουν μονάχα αγγελιαφόροι, που τρέχουν ολόγυρα στον κόσμο και, μιας που δεν υπάρχουν διόλου βασιλιάδες, φωνάζουν ο ένας στον άλλο τα ακατανόητα μηνύματά τους. Ευχαρίστως θα έδιναν ένα τέλος στην ελεεινή ζωή τους, αλλά δεν το τολμούν να παραβούν τον όρκο της υποταγής τους.



"Ακόμα και όταν δεν γράφω, είμαι συγγραφέας, και ένας συγγραφέας που δεν γράφει είναι σίγουρα ένα ατόπημα που προκαλεί την τρέλα. Αλλά τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας;"

Franz Kafka 
από το βιβλίο Αφορισμοί, μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Άντρια

Η Σοφία Νικολαΐδου μαζί μας στη λέσχη

Την Τετάρτη 21 Μαρτίου γύρω στις 19:00 υποδεχτήκαμε στη λέσχη μας τη Σοφία Νικολαΐδου. Παρουσία ζωντανή, ευχάριστη και περισσότερο από πρόθυμη να απαντήσει και να σχολιάσει τις όποιες ερωτήσεις και παρατηρήσεις της απευθύναμε. Μετά από μια σύντομη εισαγωγή και σχολιασμό του έργου της από τη Φιλοθέη επικεντρωθήκαμε στο τελευταίο της βιβλίο: Απόψε δεν έχουμε φίλους. Σ' αυτό μας "έμπασε" ο Μιχάλης με την εισήγησή του, σκύβοντας πάνω από το κείμενο με ευαίσθητη, προσεκτική και ουσιώδη ματιά. Στην ομολογουμένως δραστήρια συζήτηση που ακολούθησε αγγίξαμε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους θέματα, μιλώντας μεταξύ άλλων για το εργαστήρι του συγγραφέα, για βιογραφισμό και κειμενοκεντρισμό, για το πώς "η Ιστορία είναι υπόθεση προσωπική", για το πόσο ευαίσθητη και δύσκολη είναι στ' αλήθεια μια εκπαιδευτική διαδικασία και πως ο καλός δάσκαλος είναι αυτός που δεν πνίγει τον μαθητή με την αυθεντία του, "που τον αφήνει να ανθίσει" με το δικό του τρόπο πλάι του - με τα δύο τελευταία να αποτελούν δύο από τους κυριότερους άξονες του βιβλίου.

"Χρόνια ονειρευόταν να το κάνει - όμως δεν μπορεί.
     Αδύνατον να βλέπει.
     Δεν ήξερε πως τα βιβλία τσιρίζουν, όταν καίγονται."
Απόψε δεν έχουμε φίλους





Για την παγκόσμια ημέρα του βιβλίου

 Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου σήμερα, 23 Απριλίου, και το ΕΚΕΒΙ αναγγέλλει μία πρωτότυπη δράση, που θα ολοκληρωθεί και θα παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια της 9ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, με στόχο την έμπνευση της αγάπης για το βιβλίο και την ανάγνωση.

Το ΕΚΕΒΙ απευθύνθηκε σε δώδεκα από τους διακεκριμένους συγγραφείς που θα λάβουν μέρος στη φετινή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (Άλκη Ζέη, Θανάσης Βαλτινός, Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Χάρης Βλαβιανός, Σώτη Τριανταφύλλου, Μάνος Κοντολέων, Βαγγέλης Ηλιόπουλος, κ.ά.) ζητώντας τους να προσφέρουν ο καθένας ως συμβολικό δώρο προς τα παιδιά μια επιστολή-μήνυμα για τη χαρά της ανάγνωσης και την αγάπη για τα βιβλία.

Οι επιστολές θα εκτυπωθούν σε ειδικό φυλλάδιο και θα προσφέρονται σε όλα τα παιδιά που θα επισκεφθούν το περίπτερο της «Φιλαναγνωσίας» από 24 έως 27 Μαΐου, στην Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης.

Στη συνέχεια, θα αναρτηθούν στους ιστότοπους της Φιλαναγνωσίας και του Μικρού Αναγνώστη  και θα σταλούν σε πολλά δημοτικά σχολεία σε όλη την Ελλάδα μέσα από το δίκτυο του προγράμματος «Καινοτόμες δράσεις ενίσχυσης της φιλαναγνωσίας των μαθητών».

Η πρώτη επιστολή ήρθε από τη συγγραφέα Σώτη Τριανταφύλλου:


«Αγαπητά παιδιά,
Σας γράφω αυτό το γράμμα για να σας πω δυο-τρία πραγματάκια που έμαθα και που με έκαναν εκστατικά ευτυχισμένη. Σήμερα είμαι πολύ μεγάλη σε ηλικία: να φανταστείτε ότι ήμουν δέκα χρονών τον περασμένο αιώνα! Λοιπόν ακούστε:

» Μερικοί άνθρωποι γίνονται ευτυχισμένοι κάνοντας εκδρομές και παίζοντας παιχνίδια, ενώ άλλοι χαίρονται με αγκαλίτσες και φιλάκια, με χορούς και με τραγούδια. Υπάρχουν αρκετοί που τους αρέσουν τα ωραία αντικείμενα. Όλα αυτά είναι σούπερ. Ωστόσο, αν πάρω παράδειγμα τον εαυτό μου, τίποτα δεν μου αρέσει περισσότερο από το να διαβάζω βιβλία. Όχι επειδή είμαι σπασίκλας και φύτουλας και όλ’ αυτά, αν και μπορείς να το πεις κι αυτό.

» Τα βιβλία είναι σαν ταξίδια και σαν παιχνίδια: διαβάζοντας πετάμε με μεγάλες φτερούγες σε τόπους μακρινούς, εξερευνάμε τις ζωές άλλων ανθρώπων, νιώθουμε αγαπούλες, συγκινήσεις· μέσα στις σελίδες βρίσκουμε εμπειρίες που μοιάζουν με τις δικές μας, ή, ακόμα καλύτερα, δεν μοιάζουν με τις δικές μας - είναι πιο καταπληκτικές! Θυμάμαι πως όταν διάβασα την ιστορία του Ροβινσώνα Κρούσου ένιωσα ανακούφιση: αν ναυαγούσα σε έρημο νησί, όχι μόνο θα επιζούσα αλλά θα περνούσα τέλεια.

»Τα βιβλία καθησύχασαν τους φόβους μου: κατάλαβα ότι η ζωή είναι μια περιπέτεια κι ότι ποτέ δεν θα βαδίσω μόνη – τα βιβλία θα με συνοδεύουν σαν ζωντανά πλάσματα, θα με παρηγορούν και θα χαϊδεύουν την ψυχή μου. Τώρα που σας γράφω, θυμάμαι ότι συχνά η ψυχή μου ήταν ταραγμένη: είχα ένα σωρό προβλήματα στο σχολείο και στο σπίτι· ένιωθα αγωνία και, μια νύχτα, νομίζω πως είδα φάντασμα.

»Όμως, θυμάμαι επίσης πως, όταν ήμουν παιδί σαν εσάς, η καλύτερη ώρα της μέρας ήταν όταν διάβαζα τα βιβλία που τότε ονομάζαμε 'εξωσχολικά'. Τα εξωσχολικά ήταν πιο αστεία και πιο συγκινητικά από τα σχολικά, πράγμα φυσικό εφόσον το βιβλίο της γραμματικής δεν είναι αστείο και συγκινητικό. Ωστόσο, αν είμαστε τυχεροί κι έχουμε συμπαθητικούς και γλυκούληδες δασκάλους, η γραμματική, η αριθμητική, η ιστορία, η φυσική είναι κι αυτές σχεδόν αριστούργημα.

» Επιστρέφω όμως στα μυθιστορήματα, στα διηγήματα, στους μύθους. Η χαρά της ανάγνωσης ήταν, κάπου κάπου, στενοχώρια. Τι παράξενο ε; Μερικές φορές, οι ιστορίες ήταν λυπητερές, στα παραμύθια οι ήρωες περνούσαν τα πάνδεινα: ένα κοριτσάκι που πουλούσε σπίρτα πάγωσε μέσα στο χιόνι, ένα αγοράκι χάθηκε στο άγριο δάσος... Παρότι έκλαιγα γοερά, ήμουν ευχαριστημένη: ένιωθα 'κάτι'. Θέλω να πω, δεν μπορούμε να χαμογελάμε διαρκώς: οι άνθρωποι γίνονται σοφότεροι νιώθοντας, κάπου κάπου, λύπη, οίκτο, αγανάκτηση. Κυρίως όμως, γίνονται εκστατικά ευτυχισμένοι: δοκιμάστε να ζήσετε τη ζωή του αναγνώστη και θα με θυμηθείτε.

Τώρα διαβάζουμε Σεφέρη

Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη ( πεζό που ανέβηκε και σε θεατρικό στο ΚΘΒΕ )

  Οι Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη είναι το μοναδικό μυθιστόρημα που ολοκλήρωσε και δημοσίευσε ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης εξωτερικός υπερσύνδεσμος. Η περίοδος «κύησης» του μυθιστορήματος είναι μακρά: η πρώτη γραφή του μυθιστορήματος γίνεται την τετραετία 1926-1930· ο Σεφέρης ανακαλύπτει σχεδόν μια εικοσιπενταετία μετά, το 1954, σε ένα φάκελο «κομμάτια από μια αφήγηση αρκετά προχωρημένη».Η ανακάλυψη αυτών των κομματιών δίνει στο Σεφέρη την ιδέα να τα συναρμολογήσει και να τα συγκολλήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνουν ένα βατό κείμενο. Όπως μας λέει ο ποιητής, η χρονική περίοδος κατά την οποία διαδραματίζεται το κείμενο είναι η διετία 1925-1927 και τα φεγγάρια υπό των φως των οποίων εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα είναι του 1928.
Οι Έξι νύχτες στην Ακρόπολη είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του Σεφέρη αλλά δεν είναι το μοναδικό πεζό που έχει γράψει. Μια πρόχειρη ματιά στη βιβλιογραφία εξωτερικός υπερσύνδεσμος του Σεφέρη δείχνει ότι το έργο του σε πεζό λόγο περιέχει μεταξύ άλλων εξαιρετικά δοκίμια, αλληλογραφία με τους σημαντικότερους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του αλλά και προσωπικά και πολιτικά ημερολόγια. Στην πραγματικότητα, η τελική μορφή του μυθιστορήματος Έξι νύχτες στην Ακρόπολη συνδέεται άμεσα με τον πρώτο τόμο του προσωπικού ημερολόγιου του Σεφέρη, Μέρες. Όπως θα δούμε υπάρχουν κοινά χωρία ανάμεσα στα δύο κείμενα και αυτό φαίνεται να έγινε συνειδητά από τον συγγραφέα – ο κεντρικός χαρακτήρας στις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, ο Στράτης, γίνεται συγγραφικό προσωπείο του Σεφέρη σε μεταγενέστερα ποιήματα και πεζά. Ο Στράτης (μετέπειτα εμφανίζεται με το επώνυμο Θαλασσινός) αποτελεί ένα συγγραφικό προσωπείο: ο Σεφέρης χρησιμοποιεί τον Στράτη για να εκφραστεί ο ίδιος. Ο Στράτης δεν είναι απλά ένα ψευδώνυμο για τον ποιητή μα αποτελεί μια δίοδο για να εξετάσει τον κόσμο γύρω του χρησιμοποιώντας μια άλλη ματιά, μια διαφορετική οπτική γωνία. Ο Στράτης εμφανίζεται για πρώτη φορά αυτή την περίοδο και θα χρησιμοποιείται από τον ποιητή για αρκετό καιρό. Στο μυθιστόρημα αυτό ο Στράτης είναι το κεντρικό πρόσωπο, η φωνή και το alter ego που Σεφέρης χρησιμοποιεί για να εξερευνήσει την ζωή στην Αθήνα και τα αποτελέσματά της στο άτομο.
Η ιδιότυπη διαδικασία της συγγραφής αλλά και η ιδιαίτερη ειδολογική ταυτότητα των Έξι νυχτών στη Ακρόπολη (είναι μυθιστόρημα; Είναι ημερολογιακό μυθιστόρημα; Είναι μυθιστορηματικό ημερολόγιο;) εντείνουν τη σύγχυση στην ανάγνωση και ερμηνεία του κειμένου και γι' αυτό θα πρέπει να διαβάσουμε το μυθιστόρημα σαν ένα αφηρημένο στοχασμό πάνω στην έννοια της πόλης: η πόλη είναι μια νοητική κατάσταση– στην πόλη εντοπίζεται και συνάμα ενσαρκώνεται το κίνημα του νεωτερισμού (modernism). Όμως γι' αυτό θα μιλήσουμε στην τρίτη ενότητα της συζήτησής μας. Στην επόμενη ενότητα θα μιλήσουμε για την υπόθεση και τη δομή του μυθιστορήματος.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΗΦΑΝΙΑ ΤΟΥΣ

          ΣΑΡΑΝΤΑ ΠΕΡΙΠΟΥ ΛΕΠΤΑ αργότερα περνούσαμε την πόρτα ενός καφενείου με την ονομασία Το σταυροδρόμι.
   Πλησίαζε έντεκα το πρωί και η αίθουσα του, πελώρια και ψηλοτάβανη, ήταν γεμάτη θαμώνες διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων και οικονομικών βάσεων. Κάποιοι έδειχναν ατημέλητοι, άλλοι ήταν ντυμένοι απλά και ορισμένοι, λιγοστοί αυτοί, φορούσαν ρούχα ακριβά.
  Ήταν ένας πολύβουος χώρος, γεμάτος κάπνα. Με τη μυρωδιά των πολιτικο-ποιημένων συζητήσεων έντονη στον αέρα του.
   Υπήρχαν συντροφιές που μιλούσαν χαμηλόφωνα και συντροφιές με κραυγές και διαπληκτισμούς.
    Στην είσοδο, ο Άλφρεντ κοντοστάθηκε και αναζήτησε γνώριμες φυσιογνωμίες.
   «Εκεί» έδειξε ένα τραπέζι στο βάθος της σάλας.
 Ο αναστεναγμός μου βγήκε μπολιασμένος με κρυμμένη δυσαρέσκεια όταν συνειδητοποίησα πως δε θα γλίτωνα από συναντήσεις ανεπιθύμητες.  Η δική μου ζωή είχε πάρει το δρόμο της και σχεδίαζα να πράξω τόσα πολλά ώστε δε μου έμενε χρόνος για λοξοδρομήσεις από το μονοπάτι προς τους στόχους που είχα θέσει.
   Με καλή διάθεση κι ένα πλατύ χαμόγελο, ο Τσάρλυ ήρθε κοντά μας και μου έσφιξε το χέρι.
    «Ώστε σε έπεισε ο φίλος μας να έρθεις
     Δεν είχα τι να  απαντήσω γιαυτό κούνησα απλά το κεφάλι, καταφατικά.
    Μας οδήγησε, από ένα στενό διάδρομο ανάμεσα σε καρέκλες και καναπέδες, στο τραπέζι όπου καθόταν ο Μοντπάρ, ο Σεζάρ και πέντε ακόμη νεαροί, με φυσιογνωμίες που δεν έμοιαζαν ντόπιες.
     «Επιτέλουςπετάχτηκε όρθιος ο Κλωντ και άρπαξε την παλάμη που του έτεινα.
    Έπειτα μου σύστησε τους υπόλοιπους. Ένα βουητό δυσάρεστο στα μηνίγγια  δε μου επέτρεψε να συγκρατήσω τα ονόματα τους.  Δε μ’ ενδιέφερε άλλωστε να το κάνω, δεν υπήρχε λόγος να ανοίξω παρτίδες μαζί τους.
   Πήρα ένα κάθισμα και στρώθηκα δίπλα στον Κλωντ που εξακολουθούσε να δείχνει χαρούμενος από την παρουσία μου.
   «Πως σου φαίνεται το στέκι μαςρώτησε με την έξαψη όποιου περιμένει συγχαρητήρια για κάποια επιλογή του.
    Δεν ξέρω για ποιο λόγο αισθανόταν περήφανος που ήταν και ο ίδιος κομμάτι της ατμόσφαιρας του καφενέ.  Μάλλον πίστευε πως κάτι σημαντικό συνέβαινε εκεί, θαρρείς κι ήταν τόπος παραγωγής ιδεών και σχεδίων για την εκπλήρωση ενός σκοπού σημαντικού.
   «Εδώ συχνάζουν πολλοί καλλιτέχνες του Λονδίνου.  Ποιητές, ζωγράφοι, θεατρικοί συγγραφείς».
  «Ίσως βρεις ανάμεσα σ’ αυτούς τους τελευταίους και κάποιον να σου δώσει να παίξεις ένα έργο του»  φώναξε γελαστός ο Άλφρεντ.
   Ο σερβιτόρος έπιασε το νεύμα του Τσάρλυ και ήρθε κοντά μας. Ήταν ένας θεόρατος τύπος, με ξινισμένη μούρη και αξύριστο σαγόνι.  Ζητήσαμε δύο κούπες με τσάι κι εκείνος έφυγε αμέσως, με βήμα βαριεστημένο, να εκτελέσει την παραγγελία μας.
   Όσο ο Κλωντ και ο Τσάρλυ μου έδειχναν ορισμένους από τους θαμώνες και ανέφεραν το επάγγελμα τους ή την κλίση τους προς τη μουσική, το θέατρο και την ποίηση, εγώ έριχνα κλεφτές ματιές στον Σεζάρ.
    Είχε σκύψει προς το μέρος των πέντε άλλων νέων που καθόταν στο τραπέζι μας και συζητούσε μαζί τους χαμηλόφωνα.  Σε ύφος έντονο και κάπως, όπως τουλά-χιστον φάνηκε στην αφεντιά μου, συνωμοτικό.
   Προσπάθησα να μη δώσω σημασία στο γεγονός, όχι περισσότερη από όση του έπρεπε αλλά μέσα μου έκαναν την εμφάνιση τους τα πρώτα τσιμπήματα μια ανεξή-γητης ακόμη ανησυχίας.
   «Αυτά λοιπόν συμβαίνουν εδώ» ολοκλήρωσε την εκτεταμένη αναφορά του ο Κλωντ για το ποιόν των ανθρώπων που βρισκόταν εκείνη την ώρα στο καφενέ αλλά και των υπολοίπων που σύχναζαν εκεί αλλά τώρα έλειπαν. «Όλος σχεδόν ο πνευματικός πλούτος της πόλης περνά από εδώ, έστω και για λίγο».
   «Μόνο ένας λείπει πολύ καιρό και η απουσία του είναι οδυνηρή» αναστέναξε ο Τσάρλυ.
   Δεν είχα αντιληφθεί το νόημα της φράσης του και μία γκριμάτσα απορίας πέρασε από τη μορφή μου. Πρέπει να τη συνέλαβε αμέσως γιατί πήρε ένα σάκο, που είχε αφήσει στο πάτωμα, και τράβηξε από μέσα ένα δερματόδετο βιβλίο.
     «Τσάιλντ Χάρολντς
    Έριξα μια ματιά στο τίτλο με τα επίχρυσα γράμματα και η ψυχή μου φτερούγισε από ενθουσιασμό.
   «Μπάιρον» αποκρίθηκα με όλη την ένταση της ευχάριστης έκπληξης που είχα βιώσει εντελώς αναπάντεχα.
     «Το καλύτερο έργο του» συμπλήρωσε ο Κλωντ.
   «Ο περιηγητήςμουρμούρισα με θαυμασμό για το λογοτεχνικό επίτευγμα του λόρδου.
    Περήφανος, επειδή κρατούσε μια έκδοση σπάνια, ο Τσάρλυ άνοιξε το εξώφυλλο. Στη πρώτη σελίδα υπήρχε μια ιδιόχειρη αφιέρωση του ποιητή προς εκείνον.
    «Στον αγαπημένο εξάδελφο, φίλο και συμπαραστάτη σε όλες μου τις ανησυχίες, με την ευχή να δει τα όνειρα του να πραγματοποιούνται. Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον
   Μου έδωσε το βιβλίο και το πήρα με χέρια που έτρεμαν, σα να μου είχαν εμπιστευθεί ένα ιερό κειμήλιο. Με παραφουσκωμένη τη συγκίνηση μου, άρχισα να γυρίζω τις σελίδες του και σταμάτησα, τυχαία, σε μία.

«Αφήνει πια την Ήπειρο και χάνει τα βουνά της
και αφού είχε τόσο κουραστεί το ύψος τους να βλέπει
σε μια κοιλάδα χαρωπή τα μάτια του αναπαύει,
που την εστόλιζε πυκνή χιονωπαρίσια χλόη.
Έχουν το μεγαλείο τους και οι ομορφιές του κάμπου
όταν γοργά ένας ποταμός ανάμεσα του τρέχει
και σειούνται προς τις όχθες των δένδρων ψηλών οι κλώνοι
και στο καθρέφτη των νερών χορεύουν οι σκιές των,
ή τα σεμνά μεσάνυχτα κοιμούνται πια και εκείνες
μες στις χλωμές του φεγγαριού και θελκτικές ακτίνες.  

   Ξεφύλλισα κάποιες ακόμη από τις σελίδες του βιβλίου - το είχα διαβάσει ολόκληρο μερικούς μήνες νωρίτερα.  Με είχε συγκλονίσει, όπως και όλα τα υπόλοιπα έργα του λόρδου, και με έσπρωξε στο όνειρο της λογοτεχνίας, σε δρόμο έμπνευσης και μονοπάτια δημιουργίας.
  Εντελώς αιφνιδιαστικά, μέσα από την αξιοθρήνητη για την έπαρση μου αυτογνωσία, πρόβαλε ολοφάνερη η αδυναμία μου για ποιητική δημιουργία. Μπροστά στα κείμενα του Μπάιρον, τα δικά μου γραπτά έμοιαζαν με καρικατούρες. Μέχρι τη συνάντηση μου μαζί του, τον θαύμαζα και προσπαθούσα να τον μιμηθώ. Με την αξερίζωτη αυταπάτη πως ήμουν προορισμένος να αναδείξω το πλούσιο ταλέντο μου και να καταπλήξω τους αναγνώστες μου.  Για να καταλήξω, μέσα σε μια στιγμή,  στο απογοητευτικό συμπέρασμα πως δεν είχα κανένα χάρισμα.  Το μόνο που είχα καταφέρει, και δε μπορούσα να θεωρηθώ γιαυτό δημιουργός, ήταν η επιμέλεια κάποιων ποιητικών συλλογών και γραπτών για εφημερίδες. Η αυτοεκτίμηση μου σωριάστηκε μονομιάς στο πάτωμα όταν συνειδητοποίησα πως η επιμέλεια είναι η παρηγοριά των δίχως ταλέντο συγγραφέων, η άρνηση της τέχνης, η παραποίηση της. Πίστεψα πως τα συναισθήματα που έριχνα σε κόλλες χαρτιού μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ποίηση.  Στη πραγματικότητα είχα πάρει λάθος δρόμο. Οι στίχοι μου δεν απέκτησαν ποτέ αληθινή σχέση με την ποίηση.  Δεν κατάφερα να τη βγάλω από μέσα μου, να τη λαμπρύνω, να της δώσω όση αξία της έπρεπε.  
   Βυθισμένος όπως ήμουν σε ένα βούρκο αυτολύπησης δεν πρόσεξα τα απορημένα βλέμματα των άλλων πάνω μου.  
    Ο Άλφρεντ με σκούντηξε με τον αγκώνα του.  «Τι έπαθες
    Με ένα τίναγμα του κεφαλιού προς τα πίσω επέστρεψα στη συντροφιά μας.
    «Σπουδαία συλλογή» αναστέναξα.
   «Ναι» συμφώνησε ο Κλωντ ενώ με παρατηρούσε με διεισδυτικό και εξεταστικό βλέμμα.
    «Σειρά σου να γράψεις κάτι παρόμοιο, εξίσου σπουδαίο
   Αν ο Τσάρλυ γνώριζε ποιες σκέψεις με βασάνιζαν πριν από λίγα μόλις λεπτά δε θα αστειευόταν μαζί μου.  Γιατί μάλλον αυτό έκανε όταν με παρότρυνε να φθάσω στο ίδιο επίπεδο με τον άνθρωπο τον οποίο είχα ανακηρύξει ίνδαλμα μου.
    «Σταμάτησα να γράφω» απάντησα και βιάστηκα να δικαιολογηθώ. «Με τις πρόβες και τις παραστάσεις στο θέατρο, δεν μένει καιρός για στίχους
    Τόσο ο Τσάρλυ όσο και ο Κλωντ έδειχναν έτοιμοι να συνεχίσουν τις παροτρύνσεις και τις νουθεσίες, χωρίς να φαντάζονται ότι θα με έφερναν στη δυσάρεστη θέση να παραδεχτώ δημόσια την λογοτεχνική μου ανεπάρκεια.  
   Ενώ ήμουν έτοιμος για το πιο ταπεινωτικό βήμα της ισχνής καριέρας μου στο χώρο της ποίησης, ο Άλφρεντ πετάχτηκε όρθιος και χτύπησε με δύναμη τις παλάμες του.
    «Ήρθαν!»
    Πέρασα την προσοχή μου από τη μορφή του και την έστειλα να εξετάσει την αιτία της ευχάριστης ταραχής του.
  Οι θαμώνες άφησαν κατά μέρος τις συζητήσεις. Πολλοί σηκώθηκαν από τα καθίσματα τους και άρχισαν να χειροκροτούν με ενθουσιασμό.
   Κατάλαβα τι είχε συμβεί πριν ακόμη δω τον επισκέπτη που αναστάτωσε με την παρουσία του τον αέρα του καφενέ.
     «Ο Μπάιρον…ο Μπάιρονακούστηκαν φωνές από κάθε γωνιά της σάλας.
   Προχωρούσε χαρούμενος ανάμεσα στο μικρό πλήθος, με τον ανέκφραστο και παγερό Πέτρο Στεργίου στο πλάι του. Πίσω τους βάδιζαν τρεις άνδρες με φαρδιές πλάτες και μάτια ψυχρά.
   Χρειάστηκε περίπου είκοσι λεπτά της ώρας για να διανύσει μια απόσταση λίγο μικρότερη από δεκαπέντε μέτρα, όση χώριζε το τραπέζι μας από την είσοδο.  Όλοι ζητούσαν να του σφίξουν το χέρι και να ανταλλάξουν μερικές κουβέντες μαζί του.  Εκείνος δε χάλασε το χατίρι κανενός.  Απλός, καταδεκτικός, φιλικός, άκουγε τα σχόλια, τις παρατηρήσεις, τους επαίνους και τα καλωσορίσματα των πολιτών.
     Όταν η ματιά του έπεσε πάνω μου, το χαμόγελο του έγινε πλατύτερο.
    «Τι ευχάριστη έκπληξη είναι αυτή
   Φλεγόμουν από μία ξαφνική έκρηξη αισιοδοξίας.  Ήταν τόση η ένταση στη σάλα ώστε ξαφνικά ένοιωσα κομμάτι ενός κόσμου λαμπερού, που ήταν έτοιμος να εκπέμψει το εκτυφλωτικό του φως προς κάθε κατεύθυνση και να φωτίσει τις καρδιές όσων είχαν δημιουργήσει μέσα τους κελιά σκοτεινά για να φυλακίσουν τα όνειρα τους.
   Κάτω από τις συνεχείς επευφημίες των πελατών, ο λόρδος αγκάλιασε τον Τσάρλυ και τον Κλωντ και έσφιξε το χέρι του Σεζάρ.
   Ο Άλφρεντ του πρόσφερε μια καρέκλα και ο Μπάιρον, αφού τον ευχαρίστησε, κάθισε πλάι μου. Το δερματόδετο βιβλίο στο τραπέζι προκάλεσε ένα εύθυμο τρέμουλο των χειλιών του.
    «Το έχεις διαβάσει
   Έγνεψα καταφατικά, συγκινημένος επειδή καθόμουν σιμά του.
   «Τι νέα μας φέρνεις από το εξωτερικόρώτησε, όλος ανυπομονησία ο Κλωντ.
   Ο λόρδος σοβάρεψε.  «Ετοιμάζονται
   «Ποιοι ετοιμάζονταιαπόρησε ο Άλφρεντ.
  Το πάθος στη φωνή του Στεργίου έκρυβε μίσος.  Ένα μίσος με ρίζες στον πόνο για τη σκλαβωμένη πατρίδα του.
   «Δε θα αργήσει η ώρα του ξεσηκωμού
  Στα μάτια του Άλφρεντ καθρεπτίστηκε ξαφνικός φόβος.  Ασφαλώς θεωρούσε ως ευχάριστο διάλειμμα από την καθημερινότητα τη συμμετοχή σε συγκεντρώσεις με  το ζέφυρο της περιπέτειας κι ένα ελαφρύ άρωμα παρανομίας.  Δε φανταζόταν όμως ότι η κατάσταση μπορούσε να εκτραχυνθεί.  Πως όλη αυτή η έξαψη στις συζητήσεις για ανατροπή καθεστώτων ήταν δυνατόν να μετουσιωθεί σε πράξεις.
   Πρώτη φορά τον είδα να χλομιάζει, να παίρνει το χρώμα του νεκρού και τα χείλη του να τρέμουν,  λες κι ήταν έτοιμος να εκφράσει το πανικό του με δάκρυα.
    «Φίλοι μου» ύψωσε τα χέρια ο Κλωντ και απαίτησε την προσοχή όλων.
    Σιγή σκέπασε την αίθουσα, σιγή απόλυτη.
  «Πολύ καιρό περιμέναμε τα ευχάριστα μαντάτα.  Κρυμμένοι στα σκοτάδια, κυνηγημένοι πολλοί από εμάς από τους μονάρχες και τις Μυστικές Αστυνομίες τους, από την ανίερη συμμαχία με τη σφραγίδα του Μέτερνιχ.  Όλα αυτά όμως ανήκουν στο παρελθόν.  Καινούριος αγώνας πρόκειται να ξεκινήσει σύντομα, αγώνας για τη λευτεριά ενός ολόκληρου λαού.  Ενός λαού που όλοι αγαπήσαμε για την ιστορία και τον πολιτισμό του. Η ώρα του ξεσηκωμού σήμανε. Ο Τζορτζ είναι και πάλι κοντά μας για να μας φέρει μηνύματα ελπίδας από όλη την Ευρώπη
    Στράφηκε στον διάσημο ποιητή και ευπατρίδη, με ύφος συγκινημένο.
    «Λόρδε μου
    Ο Μπάιρον σηκώθηκε όρθιος, καταχειροκροτούμενος.
  «Όπου κι αν ταξίδεψα, σε κάθε σημείο της Ελλάδας, συνάντησα ανθρώπους περήφανους.  Με πάθος για την ελευθερία.  Ανθρώπους έτοιμους να προσφέρουν τα πάντα στον μεγάλο Αγώνα.  Μέχρι τώρα, ο κόσμος αργοπέθαινε από μια επιβουλή βρωμιάς.  Κυρίως πνευματικής, που ξεπηδά μέσα από τη σκλαβωμένη ψυχή και όχι από την υποδουλωμένη σάρκα.  Είναι λοιπόν καιρός να τον αλλάξουμε τον κόσμο. Να τον κάνουμε καλύτερο
  Τον παρακολουθούσα να μαγεύει και να συναρπάζει τους ακροατές του και συνειδητοποίησα πως όλα όσα είχα ακούσει για εκείνον ήταν αλήθεια. Ήξερε να ζητά, να απαιτεί χωρίς δισταγμό και να πετυχαίνει αυτό που ήθελε. Κάθε του κουβέντα συνοδευόταν από επευφημίες και ξεσπάσματα άκρατου ενθουσιασμού.  Στα μάτια του λαμπύριζε η περιφρόνηση προς τον κίνδυνο, ακόμη και προς το θάνατο.  Όπως συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους που ζουν κυριευμένοι από τη βεβαιότητα ότι η Μοίρα τους προορίζει για λαμπρά ανδραγαθήματα και έχουν αποδεχθεί το ριζικό τους.
   Όσο ο Μπάιρον μιλούσε, τον παρατηρούσα με ευλάβεια.  Συνεπαρμένος από το ωχρό, σα μορφή οσιομάρτυρα, πρόσωπο και το ονειροπόλο βλέμμα του.  Ο λόγος του για τα βάσανα των υπόδουλων Ελλήνων και των κατατρεγμένων απανταχού της γης, ξεκάθαρος, φάνταζε ότι πιο λογικό είχα ακούσει μέχρι τότε.  Φράσεις θερμές, με το φως του μεγαλείου, άνοιγαν για το μέλλον θέες ανέλπιστες.  Λέξεις για ιδέες και ιδανικά που για χάρη τους αξίζει ακόμη και να πεθάνει κανείς. Λέξεις όπως ελευθερία, δικαιοσύνη, ισότητα των ανθρώπων.
   Ένοιωσα τους δισταγμούς και τους φόβους μου να γίνονται συντρίμμια από ένα δυνατό τράνταγμα. Κατάλαβα πως όλες οι προσπάθειες ήταν δυνατόν να στεφθούν με επιτυχία και όλοι οι σκοποί να πραγματοποιηθούν.
   Η επαφή μου μ’ αυτόν τον παράξενο άνδρα θεράπευε, όπως η επίσκεψη σε ένα θαυματοποιό.
   Η ψυχή μου ελευθερώθηκε μονομιάς από τις βασανιστικές επιφυλάξεις μου, από όλα τα κατακάθια που είχαν σωριαστεί μέσα μου στα προηγούμενα χρόνια.
  Μέχρι εκείνη τη μέρα δεν είχα αισθανθεί  στη καρδιά μου τη δύναμη που ονειρευόμουν να αποκτήσω και να γίνω πολίτης συνειδητοποιημένος, μαχητής υπέρ κάθε υψηλού ιδανικού.  Οι κατά περίσταση πρόσκαιροι ενθουσιασμοί μου διαλυόταν πάντα, σα συννεφάκι που χάθηκε στο πρώτο φύσημα του αέρα, όταν οι περιστάσεις που τους είχαν γεννήσει άλλαζαν.
   Να όμως που απροσδόκητα, δίχως καμία προεργασία και κανένα σχέδιο, ο δρόμος τον οποίο έμελλε να ακολουθήσω ανοίχτηκε μπροστά μου ανεμπόδιστος. Χωρίς θολές προοπτικές και ανεξήγητες απορίες. Θα με οδηγούσε προς ένα πεπρωμένο παράδοξο, από το οποίο πάλευα να ξεφύγω αλλά το βρήκα απέναντι μου. Με όλες του τις απαιτήσεις για πράξεις, από μέρους μου, ηρωικές.
   Δάκρυα ήρθαν στα βλέφαρα μου και τα μούσκεψαν κι ένας κόμπος σχηματίστηκε στο λαρύγγι μου.  Είχα μεθύσει, με το γλυκό κρασί της προσωπικής μου αλήθειας, που είχε ξεσηκωθεί και μου φώναζε πως ήμουν γεννημένος για επιτεύγματα μεγαλειώδη.