Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΗΦΑΝΙΑ ΤΟΥΣ

          ΣΑΡΑΝΤΑ ΠΕΡΙΠΟΥ ΛΕΠΤΑ αργότερα περνούσαμε την πόρτα ενός καφενείου με την ονομασία Το σταυροδρόμι.
   Πλησίαζε έντεκα το πρωί και η αίθουσα του, πελώρια και ψηλοτάβανη, ήταν γεμάτη θαμώνες διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων και οικονομικών βάσεων. Κάποιοι έδειχναν ατημέλητοι, άλλοι ήταν ντυμένοι απλά και ορισμένοι, λιγοστοί αυτοί, φορούσαν ρούχα ακριβά.
  Ήταν ένας πολύβουος χώρος, γεμάτος κάπνα. Με τη μυρωδιά των πολιτικο-ποιημένων συζητήσεων έντονη στον αέρα του.
   Υπήρχαν συντροφιές που μιλούσαν χαμηλόφωνα και συντροφιές με κραυγές και διαπληκτισμούς.
    Στην είσοδο, ο Άλφρεντ κοντοστάθηκε και αναζήτησε γνώριμες φυσιογνωμίες.
   «Εκεί» έδειξε ένα τραπέζι στο βάθος της σάλας.
 Ο αναστεναγμός μου βγήκε μπολιασμένος με κρυμμένη δυσαρέσκεια όταν συνειδητοποίησα πως δε θα γλίτωνα από συναντήσεις ανεπιθύμητες.  Η δική μου ζωή είχε πάρει το δρόμο της και σχεδίαζα να πράξω τόσα πολλά ώστε δε μου έμενε χρόνος για λοξοδρομήσεις από το μονοπάτι προς τους στόχους που είχα θέσει.
   Με καλή διάθεση κι ένα πλατύ χαμόγελο, ο Τσάρλυ ήρθε κοντά μας και μου έσφιξε το χέρι.
    «Ώστε σε έπεισε ο φίλος μας να έρθεις
     Δεν είχα τι να  απαντήσω γιαυτό κούνησα απλά το κεφάλι, καταφατικά.
    Μας οδήγησε, από ένα στενό διάδρομο ανάμεσα σε καρέκλες και καναπέδες, στο τραπέζι όπου καθόταν ο Μοντπάρ, ο Σεζάρ και πέντε ακόμη νεαροί, με φυσιογνωμίες που δεν έμοιαζαν ντόπιες.
     «Επιτέλουςπετάχτηκε όρθιος ο Κλωντ και άρπαξε την παλάμη που του έτεινα.
    Έπειτα μου σύστησε τους υπόλοιπους. Ένα βουητό δυσάρεστο στα μηνίγγια  δε μου επέτρεψε να συγκρατήσω τα ονόματα τους.  Δε μ’ ενδιέφερε άλλωστε να το κάνω, δεν υπήρχε λόγος να ανοίξω παρτίδες μαζί τους.
   Πήρα ένα κάθισμα και στρώθηκα δίπλα στον Κλωντ που εξακολουθούσε να δείχνει χαρούμενος από την παρουσία μου.
   «Πως σου φαίνεται το στέκι μαςρώτησε με την έξαψη όποιου περιμένει συγχαρητήρια για κάποια επιλογή του.
    Δεν ξέρω για ποιο λόγο αισθανόταν περήφανος που ήταν και ο ίδιος κομμάτι της ατμόσφαιρας του καφενέ.  Μάλλον πίστευε πως κάτι σημαντικό συνέβαινε εκεί, θαρρείς κι ήταν τόπος παραγωγής ιδεών και σχεδίων για την εκπλήρωση ενός σκοπού σημαντικού.
   «Εδώ συχνάζουν πολλοί καλλιτέχνες του Λονδίνου.  Ποιητές, ζωγράφοι, θεατρικοί συγγραφείς».
  «Ίσως βρεις ανάμεσα σ’ αυτούς τους τελευταίους και κάποιον να σου δώσει να παίξεις ένα έργο του»  φώναξε γελαστός ο Άλφρεντ.
   Ο σερβιτόρος έπιασε το νεύμα του Τσάρλυ και ήρθε κοντά μας. Ήταν ένας θεόρατος τύπος, με ξινισμένη μούρη και αξύριστο σαγόνι.  Ζητήσαμε δύο κούπες με τσάι κι εκείνος έφυγε αμέσως, με βήμα βαριεστημένο, να εκτελέσει την παραγγελία μας.
   Όσο ο Κλωντ και ο Τσάρλυ μου έδειχναν ορισμένους από τους θαμώνες και ανέφεραν το επάγγελμα τους ή την κλίση τους προς τη μουσική, το θέατρο και την ποίηση, εγώ έριχνα κλεφτές ματιές στον Σεζάρ.
    Είχε σκύψει προς το μέρος των πέντε άλλων νέων που καθόταν στο τραπέζι μας και συζητούσε μαζί τους χαμηλόφωνα.  Σε ύφος έντονο και κάπως, όπως τουλά-χιστον φάνηκε στην αφεντιά μου, συνωμοτικό.
   Προσπάθησα να μη δώσω σημασία στο γεγονός, όχι περισσότερη από όση του έπρεπε αλλά μέσα μου έκαναν την εμφάνιση τους τα πρώτα τσιμπήματα μια ανεξή-γητης ακόμη ανησυχίας.
   «Αυτά λοιπόν συμβαίνουν εδώ» ολοκλήρωσε την εκτεταμένη αναφορά του ο Κλωντ για το ποιόν των ανθρώπων που βρισκόταν εκείνη την ώρα στο καφενέ αλλά και των υπολοίπων που σύχναζαν εκεί αλλά τώρα έλειπαν. «Όλος σχεδόν ο πνευματικός πλούτος της πόλης περνά από εδώ, έστω και για λίγο».
   «Μόνο ένας λείπει πολύ καιρό και η απουσία του είναι οδυνηρή» αναστέναξε ο Τσάρλυ.
   Δεν είχα αντιληφθεί το νόημα της φράσης του και μία γκριμάτσα απορίας πέρασε από τη μορφή μου. Πρέπει να τη συνέλαβε αμέσως γιατί πήρε ένα σάκο, που είχε αφήσει στο πάτωμα, και τράβηξε από μέσα ένα δερματόδετο βιβλίο.
     «Τσάιλντ Χάρολντς
    Έριξα μια ματιά στο τίτλο με τα επίχρυσα γράμματα και η ψυχή μου φτερούγισε από ενθουσιασμό.
   «Μπάιρον» αποκρίθηκα με όλη την ένταση της ευχάριστης έκπληξης που είχα βιώσει εντελώς αναπάντεχα.
     «Το καλύτερο έργο του» συμπλήρωσε ο Κλωντ.
   «Ο περιηγητήςμουρμούρισα με θαυμασμό για το λογοτεχνικό επίτευγμα του λόρδου.
    Περήφανος, επειδή κρατούσε μια έκδοση σπάνια, ο Τσάρλυ άνοιξε το εξώφυλλο. Στη πρώτη σελίδα υπήρχε μια ιδιόχειρη αφιέρωση του ποιητή προς εκείνον.
    «Στον αγαπημένο εξάδελφο, φίλο και συμπαραστάτη σε όλες μου τις ανησυχίες, με την ευχή να δει τα όνειρα του να πραγματοποιούνται. Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον
   Μου έδωσε το βιβλίο και το πήρα με χέρια που έτρεμαν, σα να μου είχαν εμπιστευθεί ένα ιερό κειμήλιο. Με παραφουσκωμένη τη συγκίνηση μου, άρχισα να γυρίζω τις σελίδες του και σταμάτησα, τυχαία, σε μία.

«Αφήνει πια την Ήπειρο και χάνει τα βουνά της
και αφού είχε τόσο κουραστεί το ύψος τους να βλέπει
σε μια κοιλάδα χαρωπή τα μάτια του αναπαύει,
που την εστόλιζε πυκνή χιονωπαρίσια χλόη.
Έχουν το μεγαλείο τους και οι ομορφιές του κάμπου
όταν γοργά ένας ποταμός ανάμεσα του τρέχει
και σειούνται προς τις όχθες των δένδρων ψηλών οι κλώνοι
και στο καθρέφτη των νερών χορεύουν οι σκιές των,
ή τα σεμνά μεσάνυχτα κοιμούνται πια και εκείνες
μες στις χλωμές του φεγγαριού και θελκτικές ακτίνες.  

   Ξεφύλλισα κάποιες ακόμη από τις σελίδες του βιβλίου - το είχα διαβάσει ολόκληρο μερικούς μήνες νωρίτερα.  Με είχε συγκλονίσει, όπως και όλα τα υπόλοιπα έργα του λόρδου, και με έσπρωξε στο όνειρο της λογοτεχνίας, σε δρόμο έμπνευσης και μονοπάτια δημιουργίας.
  Εντελώς αιφνιδιαστικά, μέσα από την αξιοθρήνητη για την έπαρση μου αυτογνωσία, πρόβαλε ολοφάνερη η αδυναμία μου για ποιητική δημιουργία. Μπροστά στα κείμενα του Μπάιρον, τα δικά μου γραπτά έμοιαζαν με καρικατούρες. Μέχρι τη συνάντηση μου μαζί του, τον θαύμαζα και προσπαθούσα να τον μιμηθώ. Με την αξερίζωτη αυταπάτη πως ήμουν προορισμένος να αναδείξω το πλούσιο ταλέντο μου και να καταπλήξω τους αναγνώστες μου.  Για να καταλήξω, μέσα σε μια στιγμή,  στο απογοητευτικό συμπέρασμα πως δεν είχα κανένα χάρισμα.  Το μόνο που είχα καταφέρει, και δε μπορούσα να θεωρηθώ γιαυτό δημιουργός, ήταν η επιμέλεια κάποιων ποιητικών συλλογών και γραπτών για εφημερίδες. Η αυτοεκτίμηση μου σωριάστηκε μονομιάς στο πάτωμα όταν συνειδητοποίησα πως η επιμέλεια είναι η παρηγοριά των δίχως ταλέντο συγγραφέων, η άρνηση της τέχνης, η παραποίηση της. Πίστεψα πως τα συναισθήματα που έριχνα σε κόλλες χαρτιού μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ποίηση.  Στη πραγματικότητα είχα πάρει λάθος δρόμο. Οι στίχοι μου δεν απέκτησαν ποτέ αληθινή σχέση με την ποίηση.  Δεν κατάφερα να τη βγάλω από μέσα μου, να τη λαμπρύνω, να της δώσω όση αξία της έπρεπε.  
   Βυθισμένος όπως ήμουν σε ένα βούρκο αυτολύπησης δεν πρόσεξα τα απορημένα βλέμματα των άλλων πάνω μου.  
    Ο Άλφρεντ με σκούντηξε με τον αγκώνα του.  «Τι έπαθες
    Με ένα τίναγμα του κεφαλιού προς τα πίσω επέστρεψα στη συντροφιά μας.
    «Σπουδαία συλλογή» αναστέναξα.
   «Ναι» συμφώνησε ο Κλωντ ενώ με παρατηρούσε με διεισδυτικό και εξεταστικό βλέμμα.
    «Σειρά σου να γράψεις κάτι παρόμοιο, εξίσου σπουδαίο
   Αν ο Τσάρλυ γνώριζε ποιες σκέψεις με βασάνιζαν πριν από λίγα μόλις λεπτά δε θα αστειευόταν μαζί μου.  Γιατί μάλλον αυτό έκανε όταν με παρότρυνε να φθάσω στο ίδιο επίπεδο με τον άνθρωπο τον οποίο είχα ανακηρύξει ίνδαλμα μου.
    «Σταμάτησα να γράφω» απάντησα και βιάστηκα να δικαιολογηθώ. «Με τις πρόβες και τις παραστάσεις στο θέατρο, δεν μένει καιρός για στίχους
    Τόσο ο Τσάρλυ όσο και ο Κλωντ έδειχναν έτοιμοι να συνεχίσουν τις παροτρύνσεις και τις νουθεσίες, χωρίς να φαντάζονται ότι θα με έφερναν στη δυσάρεστη θέση να παραδεχτώ δημόσια την λογοτεχνική μου ανεπάρκεια.  
   Ενώ ήμουν έτοιμος για το πιο ταπεινωτικό βήμα της ισχνής καριέρας μου στο χώρο της ποίησης, ο Άλφρεντ πετάχτηκε όρθιος και χτύπησε με δύναμη τις παλάμες του.
    «Ήρθαν!»
    Πέρασα την προσοχή μου από τη μορφή του και την έστειλα να εξετάσει την αιτία της ευχάριστης ταραχής του.
  Οι θαμώνες άφησαν κατά μέρος τις συζητήσεις. Πολλοί σηκώθηκαν από τα καθίσματα τους και άρχισαν να χειροκροτούν με ενθουσιασμό.
   Κατάλαβα τι είχε συμβεί πριν ακόμη δω τον επισκέπτη που αναστάτωσε με την παρουσία του τον αέρα του καφενέ.
     «Ο Μπάιρον…ο Μπάιρονακούστηκαν φωνές από κάθε γωνιά της σάλας.
   Προχωρούσε χαρούμενος ανάμεσα στο μικρό πλήθος, με τον ανέκφραστο και παγερό Πέτρο Στεργίου στο πλάι του. Πίσω τους βάδιζαν τρεις άνδρες με φαρδιές πλάτες και μάτια ψυχρά.
   Χρειάστηκε περίπου είκοσι λεπτά της ώρας για να διανύσει μια απόσταση λίγο μικρότερη από δεκαπέντε μέτρα, όση χώριζε το τραπέζι μας από την είσοδο.  Όλοι ζητούσαν να του σφίξουν το χέρι και να ανταλλάξουν μερικές κουβέντες μαζί του.  Εκείνος δε χάλασε το χατίρι κανενός.  Απλός, καταδεκτικός, φιλικός, άκουγε τα σχόλια, τις παρατηρήσεις, τους επαίνους και τα καλωσορίσματα των πολιτών.
     Όταν η ματιά του έπεσε πάνω μου, το χαμόγελο του έγινε πλατύτερο.
    «Τι ευχάριστη έκπληξη είναι αυτή
   Φλεγόμουν από μία ξαφνική έκρηξη αισιοδοξίας.  Ήταν τόση η ένταση στη σάλα ώστε ξαφνικά ένοιωσα κομμάτι ενός κόσμου λαμπερού, που ήταν έτοιμος να εκπέμψει το εκτυφλωτικό του φως προς κάθε κατεύθυνση και να φωτίσει τις καρδιές όσων είχαν δημιουργήσει μέσα τους κελιά σκοτεινά για να φυλακίσουν τα όνειρα τους.
   Κάτω από τις συνεχείς επευφημίες των πελατών, ο λόρδος αγκάλιασε τον Τσάρλυ και τον Κλωντ και έσφιξε το χέρι του Σεζάρ.
   Ο Άλφρεντ του πρόσφερε μια καρέκλα και ο Μπάιρον, αφού τον ευχαρίστησε, κάθισε πλάι μου. Το δερματόδετο βιβλίο στο τραπέζι προκάλεσε ένα εύθυμο τρέμουλο των χειλιών του.
    «Το έχεις διαβάσει
   Έγνεψα καταφατικά, συγκινημένος επειδή καθόμουν σιμά του.
   «Τι νέα μας φέρνεις από το εξωτερικόρώτησε, όλος ανυπομονησία ο Κλωντ.
   Ο λόρδος σοβάρεψε.  «Ετοιμάζονται
   «Ποιοι ετοιμάζονταιαπόρησε ο Άλφρεντ.
  Το πάθος στη φωνή του Στεργίου έκρυβε μίσος.  Ένα μίσος με ρίζες στον πόνο για τη σκλαβωμένη πατρίδα του.
   «Δε θα αργήσει η ώρα του ξεσηκωμού
  Στα μάτια του Άλφρεντ καθρεπτίστηκε ξαφνικός φόβος.  Ασφαλώς θεωρούσε ως ευχάριστο διάλειμμα από την καθημερινότητα τη συμμετοχή σε συγκεντρώσεις με  το ζέφυρο της περιπέτειας κι ένα ελαφρύ άρωμα παρανομίας.  Δε φανταζόταν όμως ότι η κατάσταση μπορούσε να εκτραχυνθεί.  Πως όλη αυτή η έξαψη στις συζητήσεις για ανατροπή καθεστώτων ήταν δυνατόν να μετουσιωθεί σε πράξεις.
   Πρώτη φορά τον είδα να χλομιάζει, να παίρνει το χρώμα του νεκρού και τα χείλη του να τρέμουν,  λες κι ήταν έτοιμος να εκφράσει το πανικό του με δάκρυα.
    «Φίλοι μου» ύψωσε τα χέρια ο Κλωντ και απαίτησε την προσοχή όλων.
    Σιγή σκέπασε την αίθουσα, σιγή απόλυτη.
  «Πολύ καιρό περιμέναμε τα ευχάριστα μαντάτα.  Κρυμμένοι στα σκοτάδια, κυνηγημένοι πολλοί από εμάς από τους μονάρχες και τις Μυστικές Αστυνομίες τους, από την ανίερη συμμαχία με τη σφραγίδα του Μέτερνιχ.  Όλα αυτά όμως ανήκουν στο παρελθόν.  Καινούριος αγώνας πρόκειται να ξεκινήσει σύντομα, αγώνας για τη λευτεριά ενός ολόκληρου λαού.  Ενός λαού που όλοι αγαπήσαμε για την ιστορία και τον πολιτισμό του. Η ώρα του ξεσηκωμού σήμανε. Ο Τζορτζ είναι και πάλι κοντά μας για να μας φέρει μηνύματα ελπίδας από όλη την Ευρώπη
    Στράφηκε στον διάσημο ποιητή και ευπατρίδη, με ύφος συγκινημένο.
    «Λόρδε μου
    Ο Μπάιρον σηκώθηκε όρθιος, καταχειροκροτούμενος.
  «Όπου κι αν ταξίδεψα, σε κάθε σημείο της Ελλάδας, συνάντησα ανθρώπους περήφανους.  Με πάθος για την ελευθερία.  Ανθρώπους έτοιμους να προσφέρουν τα πάντα στον μεγάλο Αγώνα.  Μέχρι τώρα, ο κόσμος αργοπέθαινε από μια επιβουλή βρωμιάς.  Κυρίως πνευματικής, που ξεπηδά μέσα από τη σκλαβωμένη ψυχή και όχι από την υποδουλωμένη σάρκα.  Είναι λοιπόν καιρός να τον αλλάξουμε τον κόσμο. Να τον κάνουμε καλύτερο
  Τον παρακολουθούσα να μαγεύει και να συναρπάζει τους ακροατές του και συνειδητοποίησα πως όλα όσα είχα ακούσει για εκείνον ήταν αλήθεια. Ήξερε να ζητά, να απαιτεί χωρίς δισταγμό και να πετυχαίνει αυτό που ήθελε. Κάθε του κουβέντα συνοδευόταν από επευφημίες και ξεσπάσματα άκρατου ενθουσιασμού.  Στα μάτια του λαμπύριζε η περιφρόνηση προς τον κίνδυνο, ακόμη και προς το θάνατο.  Όπως συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους που ζουν κυριευμένοι από τη βεβαιότητα ότι η Μοίρα τους προορίζει για λαμπρά ανδραγαθήματα και έχουν αποδεχθεί το ριζικό τους.
   Όσο ο Μπάιρον μιλούσε, τον παρατηρούσα με ευλάβεια.  Συνεπαρμένος από το ωχρό, σα μορφή οσιομάρτυρα, πρόσωπο και το ονειροπόλο βλέμμα του.  Ο λόγος του για τα βάσανα των υπόδουλων Ελλήνων και των κατατρεγμένων απανταχού της γης, ξεκάθαρος, φάνταζε ότι πιο λογικό είχα ακούσει μέχρι τότε.  Φράσεις θερμές, με το φως του μεγαλείου, άνοιγαν για το μέλλον θέες ανέλπιστες.  Λέξεις για ιδέες και ιδανικά που για χάρη τους αξίζει ακόμη και να πεθάνει κανείς. Λέξεις όπως ελευθερία, δικαιοσύνη, ισότητα των ανθρώπων.
   Ένοιωσα τους δισταγμούς και τους φόβους μου να γίνονται συντρίμμια από ένα δυνατό τράνταγμα. Κατάλαβα πως όλες οι προσπάθειες ήταν δυνατόν να στεφθούν με επιτυχία και όλοι οι σκοποί να πραγματοποιηθούν.
   Η επαφή μου μ’ αυτόν τον παράξενο άνδρα θεράπευε, όπως η επίσκεψη σε ένα θαυματοποιό.
   Η ψυχή μου ελευθερώθηκε μονομιάς από τις βασανιστικές επιφυλάξεις μου, από όλα τα κατακάθια που είχαν σωριαστεί μέσα μου στα προηγούμενα χρόνια.
  Μέχρι εκείνη τη μέρα δεν είχα αισθανθεί  στη καρδιά μου τη δύναμη που ονειρευόμουν να αποκτήσω και να γίνω πολίτης συνειδητοποιημένος, μαχητής υπέρ κάθε υψηλού ιδανικού.  Οι κατά περίσταση πρόσκαιροι ενθουσιασμοί μου διαλυόταν πάντα, σα συννεφάκι που χάθηκε στο πρώτο φύσημα του αέρα, όταν οι περιστάσεις που τους είχαν γεννήσει άλλαζαν.
   Να όμως που απροσδόκητα, δίχως καμία προεργασία και κανένα σχέδιο, ο δρόμος τον οποίο έμελλε να ακολουθήσω ανοίχτηκε μπροστά μου ανεμπόδιστος. Χωρίς θολές προοπτικές και ανεξήγητες απορίες. Θα με οδηγούσε προς ένα πεπρωμένο παράδοξο, από το οποίο πάλευα να ξεφύγω αλλά το βρήκα απέναντι μου. Με όλες του τις απαιτήσεις για πράξεις, από μέρους μου, ηρωικές.
   Δάκρυα ήρθαν στα βλέφαρα μου και τα μούσκεψαν κι ένας κόμπος σχηματίστηκε στο λαρύγγι μου.  Είχα μεθύσει, με το γλυκό κρασί της προσωπικής μου αλήθειας, που είχε ξεσηκωθεί και μου φώναζε πως ήμουν γεννημένος για επιτεύγματα μεγαλειώδη.


Δεν υπάρχουν σχόλια: