Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

Η αρκούδα

Άντρια Λουκαϊδου
Σήμερα η αρκούδα μου πρόσεξε που είμαι θλιμμένος. Ήρθε και κάθισε στα πόδια μου και μου χάιδεψε το γόνατο με τη χοντρή πατούσα της. Με πήρε το παράπονο που τη στενοχώρησα και φόρεσα αμέσως τα παπούτσια μου.
Βγήκα στο δρόμο και περπάτησα μέχρι την αγορά. Της πήρα ένα κόκκινο μπαρμπούνι και δυο μεγάλες τσιπούρες. Είχε ήλιο και το βουητό του κόσμου με ζέστανε. Ένα παιδί με ρώτησε αν τα ψάρια είναι για την αρκούδα μου. Απάντησα «Φυσικά!» και γέλασα δυνατά. Η αρκούδα μου θα χαιρόταν πολύ που ένιωθα καλύτερα.
Ωστόσο, φτάνοντας σπίτι αντίκρισα ένα γελοίο θέαμα: η αρκούδα να φορά την κίτρινη παλιά γραβάτα μου, το μαύρο σακάκι και τις παντόφλες μου και να χορεύει πηδώντας πότε δεξιά και πότε αριστερά χτυπώντας ένα ξεχαρβαλωμένο ντέφι. Το χαζό αυτό ζώο νόμιζε πως έτσι θα με διασκέδαζε. Μα μου χάλασε ξανά τη διάθεση με τις γελοιότητες και το θόρυβο που έκανε. Θύμωσα και την έδιωξα με τις κλωτσιές. Έπειτα άναψα το φούρνο να ψήσω τα ψάρια.

2 σχόλια:

EFFIE είπε...

Μπράβο, Άντρια! τόσο μικρό κείμενο και καταφέρνει να έχει κλιμάκωση και ένα αιφνίδιο τέλος. Αλλά γιατί θλιμμένος και όχι θλιμμένη;

Ανώνυμος είπε...

Αντρια, τί πικρό το τέλος; Κάνω σαν παιδάκι; Θα μου άρεσε ένα τρυφερό τέλος, όπως τρυφερή ξεκινά να είναι η σχέση του αφηγητή με την αρκούδα του. Μην τον κρατάς τόσο σκληρό απέναντί της (υποκειμενικό το σχόλιο).
Πολύ καλή η γραφή σου, όπως πάντα. Δυσκολεύομαι να αποκρυπτογραφήσω το σουρρεάλ της πλοκής, αλλά αυτό είναι δικό μου πρόβλημα.
Μαρία Σειρ