Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

Η αδυναμία απόλαυσης της διαδικτυακής λογοτεχνίας


1. Οι αχανείς κειμενοθήκες
Διάκειμαι θετικότατα απέναντι σε οιοδήποτε κείμενο. Ακόμα περισσότερο με γοητεύει η αναζήτηση και ο εντοπισμός ενός αξιανάγνωστου κειμένου ακόμα και στις πιο απίθανες πηγές. Έχω απολαύσει περίφημα κείμενα σε «επαρχιακά» λογοτεχνικά ή άλλα περιοδικά, σε τοπικά έντυπα, σε άγνωστες εκδόσεις. Ένα λογοτέχνημα μπορεί να κρύβεται σε στήλες εφημερίδας, επιστημονικά εγχειρίδια, θεατρικά προγράμματα, μπροσούρες, φυλλάδια, φανζίν, ακόμα και σε επαγγελματικές επιθεωρήσεις και τεχνικά φυλλάδια. Κανένα είδος φετιχισμού εδώ – απλώς επιτείνεται η αίσθηση μιας περιπετειώδους αναζήτησης, η τέρψη μιας απρόβλεπτης ανακάλυψης: το συναρπαστικό κείμενο είναι πανταχόθεν αλιεύσιμο! Η αχανής διαδικτυακή κειμενοθήκη πολλαπλασίασε τους δυνάμει τόπους ανασκαφής: ιστοσελίδες, blogs, φόρα, ηλεκτρονικά περιοδικά, portals. Εννοείται πως πάνω απ’ όλα και σε κάθε περίπτωση παραμένουν τα κριτήρια που έχω διαμορφώσει ως (φλογισμένος) αναγνώστης. Γιατί λοιπόν στον τομέα της «ηλεκτρονικής» ελληνικής λογοτεχνίας, και ιδίως της πεζογραφίας, τα ευρήματα είναι τόσο πενιχρά και η ικανοποίησή μου σχεδόν ανύπαρκτη;
2. Μια λογοτεχνία διαδικτυωμένη: δικαιολογημένη. Δικαιωμένη;
Μιλάω για την Λογοτεχνία στο Διαδίκτυο, ή, καλύτερα, την Διαδικτυωμένη (ή Διαδικτυακή) Λογοτεχνία. Οι όροι είναι κάπως συγκεχυμένοι αλλά, τουλάχιστον, ο δεύτερος εστιάζει περισσότερο στην ιδιότητά της κατάθεσης και ανάρτησής της στο ιντερνετικό άυλο, ενώ ο πρώτος μοιάζει να αφορά γενικά κι αόριστα την παρουσία της στον κυβερνοχώρο, με οποιαδήποτε μορφή, π.χ. κριτική, παρουσίαση κλπ. Κάπως έτσι μας μπέρδεψε και ο εξίσου ευρύς όρος «λογοτεχνικά ιστολόγια», ενώ ακόμα πιο άστοχος «βιβλιοφιλικά ιστολόγια», που επικεντρώνει στο μέσον (με υποψίες, κι εδώ, φετιχισμού) και όχι στο περιεχόμενο. Με την ίδια λογική όλοι όσοι αγαπούν τη μουσική πρέπει να λέγονται … δισκόφιλοι ή σιντόφιλοι, τα δε «μουσικά» ιστολόγια … σιντοφιλικά ιστολόγια.
3. Η άστοργος δωρεά
Ποιο είναι το πρώτο, υποτίθεται ελκυστικό στοιχείο στην λογοτεχνία αυτής της μορφής; Η ευθεία και αδιαμεσολάβητη εγχείριση του κειμένου από τον συγγραφέα προς τον αναγνώστη, χωρίς την μεσιτεία του εκδοτικού οίκου, συνεπώς χωρίς τη βάσανο και το βασανιστήριο της έγκρισης και αποδοχής από τους εμπλεκόμενους της εκδοτικής διαδικασίας· χωρίς, με άλλα λόγια, την εξάρτηση από πλείστα άλλα πρόσωπα. Πρόσωπα που συχνά κάνουν άριστα τη δουλειά τους αλλά και εξίσου συχνά αποτελούν τυχαίες και ακατάλληλες παρουσίες που ασκούν την μικροεξουσία τους απορρίπτοντας χειρόγραφα ή ζητώντας ανταλλάγματα. Για να μην αναφερθούμε στην δεδομένη κοστολόγηση, δηλαδή επιβάρυνση του ίδιου του δημιουργού για την έκδοση του έργου του. Αρκεί όμως αυτή η προσφορά (που δεν στοιχίζει «υλικά» στον αναγνώστη, ούτε βέβαια και στον συγγραφέα) για να στέρξει κανείς με ζέση να διαβάσει το προσφερόμενο κείμενο;
Προσπαθώ να κάνω κάποιες συσχετίσεις με μια αντίστοιχη αίσθηση, καθώς αναπόφευκτα όλες οι ελεύθερες προσβάσεις σε πολιτισμικά προϊόντα ρίχνονται προς βράση στο ίδιο καζάνι. Έχοντας αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου στην ακρόαση πλείστων «ειδών» μουσικής, στεκόμουν πάντοτε καχύποπτος απέναντι σε κάθε εταιρική υπογραφή, ομπρέλα, περιορισμό. Όλοι οι μεσολαβητές, στην ουσία επιχειρηματίες ή έμποροι, ευνόητα επέλεγαν τα προϊόντα τους κυρίως με επιχειρηματικά – εμπορικά κριτήρια. Έτσι όσοι στραφήκαμε στις λεγόμενες ανεξάρτητες εταιρείες βρήκαμε εκεί σε μεγάλο βαθμό αυτό που ψάχναμε, μέχρι να γίνουν κι αυτές στάτους, με τους ίδιους ακριβώς κανόνες (εξ ου και οι αστείες ταμπέλες: είδος μουσικής: «εναλλακτικό» (!), κατάλογος επιτυχιών «indie» (!) – σαν μια Β΄ Εθνική). Συνεπώς το επόμενο βήμα για όσους είδαν την γελοιότητα της κατάστασης αλλά και για όσους έμειναν έξω από την θαλπωρή των εταιριών, στράφηκαν στο διαδίκτυο, πολλαπλασίασαν τις επιλογές μας, διεύρυναν τα γούστα μας, έλκυσαν και έθελξαν.
Στην αρχή απολαύσαμε την «ελεύθερη διακίνηση των πνευματικών προϊόντων» (τουλάχιστο στο βαθμό που ο ίδιος ο καλλιτέχνης είχε το όφελος κι όχι οι αναρίθμητοι ενδιάμεσοι), μετά πνιγήκαμε απ’ την πληθώρα της υπερπροσφοράς και κυρίως από την έλλειψη ποιότητας που, όπως παντού, υπήρχε κι εδώ. Βρεθήκαμε ανάμεσα στις συμπληγάδες της άπειρης ποσότητας και της δύσμοιρης ποιότητας. Πολύ χειρότερα στη λογοτεχνία η εξεύρεση του θελκτικού έργου μέσα στο διαδίκτυο απαιτεί ακόμα περισσότερο χρόνο και άπειρες δοκιμές σε αμφίβολης ποιότητας γραπτά μέχρι να καταλήξεις. Και μάλιστα, μια και πλέον μιλάμε για διαδικτυακό χρόνο που ο καθένας καθημερινά διαθέτει σε συγκεκριμένη ποσότητα εν μέσω απειράριθμων επιλογών, πώς μπορεί κανείς να αφιερώσει μέρος του σε τέτοιες αναγνώσεις; Η μουσική μπορεί να ακουστεί ευκαιριακά, συγκυριακά, δοκιμαστικά – εννοείται προτού δούμε πως μας αφορά, συνεπώς της δώσουμε μια πρόκριση. Κατά πόσο είναι δυνατόν η λογοτεχνία να διαβάζεται φευγαλέα; Κατά πόσο μπορεί κανείς εν μέσω διαφόρων δραστηριοτήτων να διαβάσει στα πεταχτά 2-3 μυθιστορηματικές παραγράφους; Μπορούμε, άραγε, αυτό ακριβώς να αποφύγουμε, να γίνει δηλαδή αυτό το είδος να αποτελέσει μια «δεύτερη» κατηγορία λογοτεχνίας;
4. Η μυρωδιά τους με κάνει να λέω…
Είναι η ίδια η φύση του ηλεκτρονικού μέσου, που, προσωπικά, με εκβιάζει σε ταχύρρυθμη ανάγνωση, σε μια αίσθηση κυνηγημένης προσοχής, σε μια προσπάθεια να ξεπετάξω στα γρήγορα οποιοδήποτε κείμενο, να περιοριστώ στα βασικά του, για να πάω στα χιλιάδες επόμενα. Με υποχρεώνει να πολλαπλασιάσω τον χρόνο μου στην καρέκλα του γραφείου, το δε χέρι μου λειτουργεί μόνο του, το δάχτυλο βρίσκεται διαρκώς στο Page Down – είναι το ίδιο χέρι που ντρέπεται να ξεφυλλίσει στα γρήγορα τις σελίδες των βιβλίων αλλά δεν έχει κανένα πρόβλημα να κυλήσει το ποντίκι προς τα κάτω ή προς οπουδήποτε αλλού. Κάθε διαδικτυακό κείμενο εμπεριέχει την βιαστική ανάγνωσή του, λες και αποτελεί μέρος της «φύσης» του. Η δυνατότητα άμεσης αποθήκευσης σε φάκελο ή, ακόμα ταχύτερα, η εντοίχιση στα «αγαπημένα» για μελλοντική χρήση αποτελεί μια πρόσθετη θνησιγενή ιδιότητα – «ας το αφήσουμε εκεί για άλλη φορά!». Όσο γρήγορα εντάσσεται σε αυτό το εκεί, τόσο εύκολα θα σβηστεί σε κάποιο ξεκαθάρισμα. Και η λίστα με τα αγαπημένα δεν αποτελεί γοητευτική βιβλιοθήκη. Αρκεί – κι εδώ – ένα απειροελάχιστο ποσοστό δευτερολέπτου για να την ρίξει στο πυρ το εξώτερο. Ιδού ο μεγάλος αυτονόητος αντίπαλος των ψηφιακών γραπτών: το πλήκτρο.
Ίσως παραμένω παραδοσιακός αναγνώστης (ενώ έχω αντικαταστήσει δεκάδες άλλες δραστηριότητες με την ηλεκτρονική τους διάσταση: το μέιλ αντί τηλεφώνου, την γραπτή εξομολόγηση αντί της προφορικής κλπ.). Αισθάνομαι πως ένα βιβλίο, ακόμα κι αν το πλησιάσουμε με αρνητική διάθεση, βρίσκεται πάντα εκεί. Διεκδικεί ένα δεύτερο ξεφύλλισμα, μια διαφορετική συγκυρία αναγνωστικής ετοιμότητας. Το διαδικτυακό κείμενο σε περιμένει στον χώρο του, αλλά τα μάτια σου θα προσπεράσουν πολύ ευκολότερα το δικό του ράφι, που λέγεται address. Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για την συμμετοχή αισθήσεων και συναισθημάτων στην επαφή με το παραδοσιακό βιβλίο αλλά και σχετικά με την ηλεκτρονική ή την παραδοσιακή ανάγνωση εν γένει που δεν χρειάζεται να επεκταθώ.
5. Η εξύμνηση του αυτονόητου
Το μεγαλύτερο μέρος της διαδικτυωμένης ελληνικής λογοτεχνίας θέλγει και θέλγεται από μια αυτάρεσκη εσωστρέφεια. Έχοντας εξ ορισμού δεδομένες τις κατακτήσεις της «ανεξαρτησίας», της ελευθερίας κινήσεων και έκφρασης και της αμεσότητας, αρκείται στην αίγλη τους και διεκδικεί την προσοχή του αναγνώστη ακριβώς και μόνο λόγω του πρωτότυπου μέσου. Ιδού, φωνάζει, η προσωπική μου έκφραση αυτοπροσώπως, ιδού το προϊόν μου, αγνό και αδιαμεσολάβητο, νομιμοποιούμενο, συνεπώς, να αποκτήσει την προσοχή σου. Οι ίδιες οι προσκλήσεις ανάγνωσης, έτσι όπως διατυπώνονται, μοιάζουν να εστιάζει στα νέα τούτα ήθη: «Διαβάστε το νέο μου μυθιστόρημα, ελεύθερο σε τούτη τη σελίδα! Κατεβάστε εδώ το πρώτο κεφάλαιο! Τυπώστε το σε μορφή pdf!». Φαντάζομαι αν υπήρχε διαδικτυακή διαφήμιση με τους όρους της τηλεόρασης, τι σποτάκια θα είχαμε να υποστούμε! Προς τι τα θαυμαστικά; Για ποιο λόγο ακριβώς θα έπρεπε να ανταποκρινόμαστε στον ενθουσιασμό του λογοτέχνη; Επειδή μας προσφέρει το (αυτονόητο στο διαδίκτυο) δωρεάν έργο του; Σπανίζει η απλή υποδήλωση, η διακριτική γνωστοποίηση, μια σεμνή πρόταση ανάγνωσης. Και πολύ περισσότερο εδώ είναι εμφανής η έλλειψη που παρατηρείται και στις διάφορες παρουσιάσεις βιβλίων σε κοινωνικούς χώρους: κανείς δεν μας λέει για ποιο λόγο θα έπρεπε να το διαβάσουμε, σε τι μας αφορά, ποια θέματα πραγματεύεται. Ούτε καν ο ίδιος ο συγγραφέας, πόσο βασανίστηκε για να το γράψει, πώς το σκέφτηκε, τι διαόλους αντιμετώπισε, πόσο τον ταλαιπώρησε, από ποιες αναγνώσεις έχει περάσει, ποιος αναγνώστης είναι. Ένας λόγος παραπάνω εδώ! Του δίδεται μια πρωτοφανής ευκαιρία να προσπεράσει την σιωπή των μέσων, την ανυπαρξία συζητήσεων με συγγραφείς, εκδιδόμενους ή ανέκδοτους, να μιλήσει για το έργο του κι εκείνος απλώς το πετάει στην αρένα.
6. Νέα φόρμα: παρακαλώ περιμένετε
Πολύ περισσότερο, εδώ μοιάζει να χάνεται μια άλλη ευκαιρία. Η διαδικτυακή φύση μπορεί πραγματικά να προσφέρει μια νέα λογοτεχνική φάρμα, κοινώς μια διαφορετική λογοτεχνική φόρμα. Φωτογραφίες αλλά και βίντεο (ακόμα και δημιουργημένα επί τούτου) μπορούν να σταθούν δίπλα στο κείμενο, όχι ως δευτερεύοντα στοιχεία εμπλουτισμού αλλά ως ισότιμοι συνομιλητές. Σύνδεσμοι, directories, sub-directories, ηλεκτρονικές παραπομπές και συσχετίσεις μπορούν να πολλαπλασιάσουν τα είδωλά του και να οδηγήσουν σε πολλαπλάσιους λογοτεχνικούς ή άλλους τόπους, που μπορεί να υποδέχονται τον αναγνώστη κατ’ επιλογή του. Όπως σε κάθε βιβλιοθήκη κάθε βιβλίο μπορεί και πρέπει να οδηγεί σε άλλα βιβλία, έτσι και το κάθε κείμενο μπορεί να ανοίγει διαδρόμους προς άλλα κείμενα, είτε του ίδιου του λογοτέχνη (που μπορεί εκεί να περιλαμβάνει, ενδεικτικά, διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας, προβληματισμούς, σημειώσεις, δευτερεύουσες ιδέες, πρόσθετες αναπτύξεις κ.ο.κ.) είτε όχι. Για όλα αυτά, η διαδικτυακή φόρμουλα αποτελεί τον άριστο χώρο και πλείστοι συγγραφείς στο εξωτερικό το γνωρίζουν καλά.
7. Καταναγκαστικά έργα
Πολλά ιντερνετικά λογοτεχνικά κείμενα, εξάλλου, συχνά αποπνέουν απόρριψη από εκδοτικούς οίκους (υποδεικνύοντας άθελά τους πλην απλόχερα τους λόγους αυτής της απόρριψης) ή απεγνωσμένη επιθυμία να αποτελέσουν όχημα προβολής, δικτύωσης, απόκτησης κοινωνικού προσώπου, ή προσωπικής αυτοέκφρασης (που ορθώς αφορά τον δημιουργό αλλά εμάς καθόλου, γιατί δεν είναι δυνατό να είμαστε διαρκώς διαθέσιμοι υποδοχείς της έκφρασης του καθενός). Το κυριότερο όμως είναι πως συχνότατα πρόκειται για κείμενα χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η περιδιάβαση σε τέτοιες λογοτεχνικές σελίδες έχει τα ίδια αποτελέσματα με την τυχαία λήψη ενός βιβλίου από ένα οποιοδήποτε ράφι βιβλιοπωλείου. Πόσες πιθανότητες έχεις να σε αφορά άμεσα, πόσες πιθανότητες να σε αρπάξει απ’ το μυαλό μια σελίδα, μια φράση;
Υπάρχει δε μια ιδιαίτερη κατηγορία διαδικτυωμένων κειμενογράφων (δεν γράφω λογοτεχνών), που χαρακτηρίζονται από μια λυσσασμένη, μανιασμένη επιθυμία να δημοσιευτούν σε όσο γίνεται περισσότερες ιστοσελίδες. Σε βομβαρδίζουν από παντού. Ακόμα θυμάμαι μερικούς γραφικούς τύπους που στην απεγνωσμένη τους επιθυμία να δημοσιοποιήσουν τις ασυνάρτητες μπούρδες τους τις έστελναν (σεντόνι ολόκληρο) ως δήθεν σχόλια σε ιστολογικές μου αναρτήσεις. Ακόμα κι αν κάποιο κείμενο αξίζει μια ανάγνωση, και μόνο το γεγονός ότι ο αυτουργός του το επιβάλλει με τέτοιο τρόπο, το κατευθύνει αμέσως στον κάλαθο της ανακύκλωσης. Σαν να έρχεται ο οιοσδήποτε να σου τρίβει στη μούρη το νέο του γραπτό. Και ακόμα χειρότερα: να επιβάλλει την παρουσία του στον δικό σου χώρο. Ας ξεκαθαριστεί μια για πάντα: ένα ιστολόγιο και μια προσωπική ηλεκτρονική σελίδα δεν αποτελούν το (περι)πατητήριο του καθενός. Άλλωστε διόλου τυχαία πολλές τέτοιες περιπτώσεις βρίσκουν ως φυσικό τους χώρο το facebook. Η γνωστοποίηση ενός κειμένου, ούτως ή άλλως, είναι, βέβαια, θεμιτή. Αλλά ποιος θα είχε το σθένος να αποκλείσει τα σχόλια που θα ακολουθήσουν («Τι ωραία που τα λες») και τα απειράριθμα «Μου αρέσει»; Κανείς.
7. Οι εξαίρετες εξαιρέσεις
Όπως είναι ευνόητο, οι παραπάνω σκέψεις δεν επιδιώκουν ούτε ενδιαφέρονται να ενδυθούν οιαδήποτε αξιολογική – αντικειμενική κρίση. Πρόκειται για μια απόλυτα προσωπική αναγνωστική εμπειρία, που άλλωστε έχει και τις εξαιρέσεις της. Υπάρχουν πράγματι και στον κυβερνοχώρο ενδιαφέροντα κείμενα, γραφές, τρόποι, ύφη. Είναι όμως η αναλογία αποκαρδιωτική.
Η ποίηση στο διαδίκτυο αποτελεί μια άλλη ιστορία. Σαφώς και υπόκειται σε όλους τους προαναφερθέντες κινδύνους, καχυποψίες, ερμηνείες και παρερμηνείες. Υπάρχει όμως μια διαφορά: ένα ποίημα αναρτημένο στο διαδίκτυο επιζητεί αλλιώς την προσοχή σου, την διεκδικεί και την αρπάζει διαφορετικά, εκεί τα αισθήματα λειτουργούν ακαριαία, η ανατροφοδότηση μπορεί να συμβεί και σε κλάσματα δευτερολέπτου. Άλλωστε η ποίηση είναι δραματικά αποκλεισμένη από τα βιβλιοπωλεία, ο αναγνώστης υποχρεούται να σκύψει το κεφάλι του σε περιορισμένο αριθμό ραφιών για να ευθυγραμμιστεί με τις ισχνές ράχες των ποιητικών συλλογών, η μερίδα της κριτικής προσοχής είναι πολύ μικρότερη. Συνεπώς εδώ «δικαιωματικά» διεκδικεί ένα «δικαιολογημένο» (τι άκομψη λέξη!) μερίδιο προσοχής.
Ούτε βέβαια αναφερόμαστε στην δευτερογενή παρουσίαση ήδη εκδοθείσας λογοτεχνίας, όπως π.χ. αποσπάσματα από έργα, ανθολογημένα κομμάτια, σύντομα διηγήματα, επανεγγραφές παλαιότερων κειμένων κλπ. που αναδημοσιεύονται σε πολλούς δικτυότοπους και τα οποία αποτελούν αυτόνομες προτάσεις, που δεν στέκονται απλώς αυτοτελώς απέναντι στον επισκέπτη τους αλλά και αποτελούν προτάσεις περαιτέρω ανάγνωσης του έργου του, ανοίγματα χαραμάδας προς αυτό. Αλλά ήδη βρεθήκαμε σε άλλα χωράφια.
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24 (χειμώνας 2010 – 2011), αφιέρωμα: 2001-2010: τα πρώτα δέκα χρόνια. [Ενότητα: On Line Λογοτεχνία, σ. 36-41]. Στις φωτογραφίες, 6 αναγνώστες που επιμένουν στην χάρτινη λογοτεχνία.

Bohemians 2014 - 2015

Τα βιβλία προς ανάγνωση για φέτος μετά από τη ψηφοφορία μας είναι:

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Jean Michel Guenassia με 10 ψήφους
Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας του Γιώργου Σκαμπαρδώνη με 8 ψήφους
Το παλτό του Nicolai Gogol με 7 ψήφους
Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ και Η αόρατη συλλογή του Stefan Zweig με 6 ψήφους
Η ζωή εν τάφω του Στρατή Μυριβήλη με 5 ψήφους
Σκηνές από το βίο του Ματίας Αλμοσίνο του Ισίδωρου Ζουργού με 4 ψήφους
Αύγουστο μήνα γυναίκα μου δε σε ξέρω του Campanile Achille με 4 ψήφους
Η μάνα του σκύλου του Παύλου Μάτεσι με 3 ψήφους 
Το χαστούκι του Χρήστου Τσιόλκα με 2 ψήφους 
Παιδί 44 του Tom Rob Smith με 2 ψήφους
Η αναχώρηση του Νίκου Θέμελη με 1 ψήφο΄

Παρακάτω θα βρείτε λίγες πληροφορίες για το καθένα βιβλίο.

Καλή ανάγνωση!!!

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων - Jean Michel Guenassia

Το 1959 ο Μισέλ Μαρινί είναι δώδεκα ετών. Είναι η εποχή του ροκ-εν-ρολ και του Πολέμου της Αλγερίας. Ο ίδιος είναι ερασιτέχνης φωτογράφος, μανιώδης αναγνώστης και θαμώνας τού "Balto", ενός μπιστρό στη λεωφόρο Ντανφέρ-Ροσρώ, όπου συναντιέται με τους φίλους του για να παίξουν ποδοσφαιράκι. Στην πίσω αίθουσα του μπιστρό θα γνωρίσει τον Ίγκορ, τον Λεονίντ, τον Σάσα, τον Ίμρε και την υπόλοιπη παρέα, πολιτικούς πρόσφυγες από τις κομμουνιστικές χώρες. Οι άνθρωποι αυτοί εγκατέλειψαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, τις οικογένειές τους, πρόδωσαν τα ιδανικά και τα πιστεύω τους. Συναντήθηκαν στο Παρίσι, στη Λέσχη σκακιστών που φιλοξενεί η πίσω αίθουσα του "Balto", όπου συχνάζουν επίσης ο Ζοσέφ Κεσέλ και ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Επιπλέον, τους δένει ένα φοβερό μυστικό, που ο Μισέλ τελικά θα το ανακαλύψει. Η γνωριμία με τα μέλη της Λέσχης θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του αγοριού. Γιατί είναι όλοι τους αθεράπευτα αισιόδοξοι.

Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας - Γιώργος Σκαμπαρδώνης

Ο φλογερός και νοσηρός έρωτας του Μάρκου για την πρώτη γυναίκα του Ζιγκοάλα, που συζούσε με τον παιδικό του φίλο και κουμπάρο τους, είναι η βασική, οδυνηρή πηγή έμπνευση του θεμελιωτή του ρεμπέτικου, στα χρόνια 1932-1940.

Το πάθος αυτό περνάει διάφορες φάσεις, κορυφώνεται τραγικά μέσα στη φθορά του και ξαναγεννιέται διαρκώς. Είναι η ίδια εποχή που ο Μάρκος, από άσημος εκδοροσφαγεύς, γνωρίζει τη δόξα: γίνεται ο πρωτοπόρος που θα ανοίξει νέους δρόμους στη λαϊκή μουσική και στη διασκέδαση, όντας συνέχεια σε σύγκρουση με τις μουσικές αντιλήψεις της εποχής, τη φτώχεια, τη στείρα παράδοση, τον καθωσπρεπισμό, την αστυνομία, την οικογένειά του, τη γυναίκα του που τον προδίδει, τη δικτατορία Μεταξά -σχεδόν με όλους, κι ενώ πλησιάζει, σαν αναπότρεπτο ρεφρέν, ο πόλεμος. Ο Μάρκος, σ' αυτά τα οχτώ χρόνια, εξελίσσεται, ανεβαίνει, δημιουργεί, δοξάζεται, νικά, ενώ γύρω του τα πάντα, κάθε μέρα, επιδεινώνονται.

Όλα βαίνουν καλώς εναντίον του.


Το παλτό - Nikolai Gogol

Μέσα από το μικρό αυτό αριστούργημα του Γκόγκολ, που γράφτηκε στο διάστημα 1839-1841 και δημοσιεύτηκε το 1842, αναδείχθηκε ένας ήρωας που σφράγισε την παγκόσμια λογοτεχνία.
Ο Ακάκι Ακακίεβιτς Μπασμάτσκιν, ο ταπεινός υπαλληλάκος, που όλο κι όλο του το όνειρο είναι ένα ζεστό παλτό, για τους άγριους χειμώνες της Αγίας Πετρούπολης, πρόλαβε να γεννήσει, πριν συνθλιβεί από τις αδικίες του συστήματος, τον Μπάρτλεμπι του Χέρμαν Μέλβιλ, αλλά και τον Γκρέγκορ Σάμσα του Κάφκα.
«Όλη η ομορφιά στους αυστηρά ιδιωτικούς εφιάλτες του Κάφκα και του Γκόγκολ, είναι πως και οι βασανισμένοι ήρωές τους, και οι απάνθρωποι τύραννοι που τους περιβάλλουν, ανήκουν στο ίδιο φανταστικό σύμπαν.
Και στο "Παλτό" και στη "Μεταμόρφωση", οι ήρωες προσπαθούν να ξεφύγουν, να περάσουν στον κόσμο των ανθρώπων -αλλά τους περιμένει μόνο ο θάνατος».

Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ και Η αόρατη συλλογή - Stefan Zweig


Δύο εκπληκτικές νουβέλες του Στέφαν Τσβάιχ με κεντρικό άξονα τη βιβλιοφιλία, τη συλλογή και τη μνήμη, κατά την εποχή του πολέμου στη Βιέννη και του υπερπληθωρισμού στη Γερμανία του 1920.
Ο Μέντελ, ένας Εβραίος από τη Γαλικία, είναι ένας πωλητής παλαιών βιβλίων που χρησιμοποιεί για γραφείο του το βιεννέζικο καφενείο Γκλούκ για περισσότερο από είκοσι χρόνια. Είναι ένας "αόρατος κατάλογος", ένας "τιτάνας του μνημονικού», με απαράμιλλες γνώσεις για τις τιμές, τις εκδόσεις και την κίνηση των βιβλίων. Όμως αυτό το έμβλημα της βιβλιοφιλίας έκανε ένα τρομερό λάθος προς τις αρχές της χώρας του. Στή διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου έγραψε σε έναν Γάλλο -εχθρό- βιβλιοπώλη, ζητώντας να μάθει για συνδρομές σε περιοδικά, πράγμα που τον οδήγησε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο "Παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ", που πρωτοεκδόθηκε το 1929, είναι μια ιστορία σχετικά με τη βιβλιοφιλία και τους μορφωμένους ανθρώπους και για το πως η τέχνη και η κουλτούρα τους αχρηστεύονται όταν έρχονται αντιμέτωπες με την άγρια πραγματικότητα του εικοστού αιώνα.
                                                                                                                                                                    
Η αόρατη συλλογή", που πρωτοεκδόθηκε το 1927, αφηγείται μια ιστορία με έναν έμπορο σπάνιων βιβλίων και χαρακτικών στη Γερμανία, κατά την περίοδο του υπερπληθωρισμού της δεκαετίας του 1920, όταν οι τιμές των αγαθών αυξάνονταν καθημερινά και τα χαρτονομίσματα ουσιαστικά δεν άξιζαν ούτε καν το χαρτί στο οποίο τυπώνονταν. Ο αντικέρ αποφασίζει να αναζητήσει κάποιους παλιούς πελάτες του, για να δει αν σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς είναι διατεθειμένοι να του πουλήσουν ό,τι είχαν αγοράσει παλιότερα από αυτόν. Αυτό που ανακαλύπτει με έναν ηλικιωμένο τυφλό άνδρα, τον αφήνει κατάπληκτο και προσφέρει στον Τσβάιχ την ευκαιρία να δημιουργήσει μια εξαίσια αφήγηση που αντανακλά το απόφθεγμα του Γκαίτε ότι "οι συλλέκτες είναι άνθρωποι ευτυχισμένοι". Η νουβέλα μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη, το 1953, από τον σκηνοθέτη Hanns Farenburg.

Η ζωή εν τάφω - Στρατής Μυριβήλης





Ο Στρατής Μυριβήλης ζωντανεύει σε ένα κλασικό για τα ελληνικά
γράμματα έργο -ύμνο στη ζωή και την ειρήνη- τις μνήμες του από
τα χαρακώματα του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Μιλάει με τη φωνή -με
τα χειρόγραφα καλύτερα- του λοχία Κωστούλα. "Τούτα τα
τετράδια", μας γράφει ο Μυριβήλης, "βρεθήκανε μέσα στο γελιό
του Αντώνη Κωστούλα. Τόνε θυμήθηκα τόσο ζωηρά και καθαρά κείνο
τον αψηλό μελαχροινό φοιτητή με το μακρουλό πρόσωπο και τα
φουντωμένα μαλλιά! Κάηκε κατά λάθος μέσα στα βουλγαρικά
χαρακώματα που πατήσαμε... Είναι βαρύ πράμα νάχετε μέσα σας έναν
πεθαμένο που γυρεύει να μιλήσει και να του σφαλνάτε με την
απαλάμη το στόμα. Γνέφει και κάνει παρακαλεστικά νοήματα προς
την καρδιά σας απ το υπερπέραν. Θέλει να εκφραστεί. Ας μου
συχωρεθεί τούτο το βιβλίο, γιατί μου είναι μια προσωπική
απολύτρωση..."



Σκηνές από το βίο του Ματίας Αλμοσίνο - Ισίδωρος Ζουργός

Το μυθιστόρημα Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο είναι η ανοιχτή παλάμη ενός χεριού που ακουμπάει στον χάρτη της Ευρώπης του 17ου αιώνα, ενώ κάθε δάχτυλο της αφήγησης δείχνει και σε διαφορετικό σημείο του ορίζοντα. Η Αγγλία του Νεύτωνα και της Βασιλικής Εταιρείας, το ανεξίθρησκο Άμστερνταμ των εμπόρων, η παγωμένη Πετρούπολη του τσάρου μεταρρυθμιστή, η Βενετία της μάσκας. Ο καρπός του χεριού αγγίζει την οθωμανική απεραντοσύνη, τη Θεσσαλονίκη, την Κωνσταντινούπολη και τον Χάνδακα, τα όρια της Ευρώπης.



Ο Ματίας Αλμοσίνο, κρυπτοεβραίος στη Βασιλεία της Ελβετίας, διασχίζει από τρυφερή ηλικία τη Respublica Cristiana, τη χριστιανική επικράτεια, ορφανός με τον τρόπο του Ντίκενς και δέσμιος της θεοκρατικής καταδυνάστευσης της εποχής του. Κτίζει την ενηλικίωσή του μέσα από περιπέτειες καθώς αλλάζει μάσκες θρησκευτικής και φυλετικής ταυτότητας, διχασμένος σχεδόν ως το τέλος από το μέγα διακύβευμα που εγκαινιάζει ο αιώνας του: τη γέννηση του επιστημονικού λόγου και την ανάφλεξη του ορθολογισμού απέναντι στη νοσταλγία του θαύματος και στις πιο ακραίες μεσσιανικές προσδοκίες. Ο Σπινόζα κι απέναντί του οι πιο μισαλλόδοξες συγκρούσεις, ο Ντεκάρτ και ο Σαμπετάι Σεβί, το σύμπαν με τα μάτια της νέας επιστήμης ως καλοκουρδισμένη μηχανή και αντίκρυ η αναμονή του τέλους του κόσμου στα 1666 μ.Χ.

Το μυθιστόρημα εξιστορεί τη ζωή ενός προικισμένου ανθρώπου, γιατρού και πολυπράγμονα στοχαστή, που δρασκελίζει χώρες, γλώσσες, πολιτισμούς, που περιπλανιέται σε ανθρώπους και ιδέες. Ένα βιβλίο για την ιστορία της ιατρικής και της Ευρώπης, ένα χρονικό της νοσταλγίας του Θεού και της συνάντησης των θρησκειών, ένα οδοιπορικό στη μελαγχολία, στην αναζήτηση της φιλοσοφικής καταφυγής, στον άλλο άνθρωπο και στο πρόσωπό του.

Οι τόποι των ταξιδιών αλλάζουν ραγδαία σε μια πλούσια σκηνογραφία: μια διάβαση στις Άλπεις, η Βενετία της παροικίας των Εβραίων και των Γραικών, η Θεσσαλονίκη του Σαμπετάι Σεβί, η Πάντοβα και το φημισμένο της πανεπιστήμιο, το Τζάντε, η πτώση του Χάνδακα, η Κωνσταντινούπολη των θαυμάτων, το Λονδίνο της νέας επιστήμης, τόποι της Γερμανίας, οι ρουμανικές χώρες των ορθόδοξων ηγεμόνων, η επικράτεια του Μεγάλου Πέτρου με τις στέπες και τα ξεχειλισμένα ποτάμια και τέλος ένα όρος που το είπανε άγιο.
Όλα είναι σκηνές από τη διάρκεια μιας ζωής, σκηνές μόνο, γιατί ακόμη και το μυθιστόρημα αδυνατεί να αναπαραστήσει τον ανθρώπινο βίο στην ολότητά του.

Αύγουστο μήνα γυναίκα μου δε σε ξέρω - Campanile Achille


Ένα τουριστικό θέρετρο στον κόλπο της Νάπολης. Μια ομάδα από παραθεριστές που διψούν για διασκέδαση. Μια πανσιόν όπου το φαγητό δεν είναι κι άριστο. Έρωτες και ερωτοτροπίες. Ένα ναυάγιο. Ένας εγγλέζος καπετάνιος που -τι λάθος!- αντί να εφοδιάσει το πλήρωμα και τους επιβάτες με σωσίβια, τους εφοδιάζει με ζώνες αγνότητας των οποίων, ακολούθως, χάνει τα κλειδιά. Τι παραπάνω χρειάζεται για να ακολουθήσει μια σειρά από συνταρακτικά γεγονότα - το ένα πιο ξεκαρδιστικό από το άλλο;

Η μάνα του σκύλου - Παύλος Μάτεσις

Η Ρουμπίνη, Ραραού το καλλιτεχνικό, παιδί της επαρχίας, μεγαλωμένη μέσα στη φτώχεια και την δυστυχία, ορφανή από πατέρα και κόρη "δοσίλογης", μας εξομολογείται την ιστορία της, όπως την βλέπει μέσα από την δική της αγνή ματιά, μέσα από έναν διαρκή μονόλογο (ή μήπως παραλήρημα;) που δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, ούτε και τηρεί πάντα την σωστή χρονολογική σειρά. 
Ποια γεγονότα από όσα μας διηγείται η Ραραού είναι πραγματικά, και ποια είναι αποκύημα της φιλάρεσκης φαντασίας της; Σε ποιο σημείο ξεκινά να χάνει τα λογικά της; Ή μήπως τελικά η Ραραού κατέχει μια αλήθεια που μόνο οι τρελοί και οι αθώοι που βασανίστηκαν άδικα τελικά γνωρίζουν;



Ο Παύλος Μάτεσις (1933-2013) γεννήθηκε στο χωριό Δίβρη, στην Πελοπόννησο. Μέχρι τα 19 του έζησε σε πολλές επαρχιακές πόλεις. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή Βαχλιώτη, μουσική και ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά). Εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος και εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του για να αφοσιωθεί στο θέατρο και τη λογοτεχνία. Στην πεζογραφία πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση το 1987 με τη νουβέλα "Αφροδίτη", και έγινε γνωστός το 1990 με τη "Μητέρα του σκύλου", στο οποίο αντιμετωπίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία μέσα από τη ματιά της κεντρικής ηρωίδας του, της ψυχωσικής Ραραούς. "Η μητέρα του σκύλου" μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και περιλήφθηκε στη λίστα του αγγλικού εκδοτικού οίκου Quintet Publishing "1001 βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να έχει διαβάσει κάποιος μέχρι το τέλος της ζωής του". Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση λογοτεχνικών και θεωρητικών έργων (από συγγραφείς όπως οι Σαίξπηρ, Μπεν Τζόνσον, Αριστοφάνης, Μολιέρος, Ίψεν, Μπωμαρσαί, Βιτράκ, Αρτώ, Πίντερ, Μάμετ, Σέπαρντ, Αραμπάλ). Πέθανε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2013, στα 80 του χρόνια.

Το χαστούκι - Χρήστος Τσιόλκας


Σε μια οικογενειακή γιορτή ένας άντρας χαστουκίζει ένα ξένο παιδί. Το γεγονός αυτό διχάζει τους παρευρισκόμενους, που άλλοι βρίσκουν ελαφρυντικά κι άλλοι απαιτούν την παραδειγματική τιμωρία του ενόχου. Οι απρόβλεπτες συνέπειες του χαστουκιού θα τους αναγκάσει όλους ν' αναθεωρήσουν τη ζωή τους, τις οικογενειακές τους σχέσεις, τις προσδοκίες, τα πιστεύω και τις επιθυμίες τους. Ο Χρήστος Τσιόλκας ανατέμνει με διεισδυτική ματιά και κοφτερή γλώσσα κάτι που μας αφορά όλους: τη μορφή και το ρόλο της οικογένειας στον 21ο αιώνα. Ένα προκλητικό, εκρηκτικό μυθιστόρημα γύρω από τη φύση της πίστης και την ευτυχία, τους καθημερινούς συμβιβασμούς μας και την αναζήτηση της αλήθειας.

Παιδί 44 - Tom Rob Smith


Σοβιετική Ένωση 1953. Υπέυθυνο για την επιβολή του νόμου είναι το Υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας. Το πτώμα ενός παιδιού ανακαλύπτεται πάνω στις σιδηροδρομικές γραμμές στη Μόσχα. Η οικογένεια του παιδιού πιστεύει οτι πρόκειται για φόνο. Ο αξιωματικός Λέο Ντεμίντοφ, που είναι τυφλά αφοσιωμένος στο Υπουργείο, παίρνει την εντολή να αγνοήσει αυτό που πιστεύει η οικογένεια και να συγκαλυφθεί το γεγονός. Οι αμφιβολίες του, γίνονται αιτία να περιπέσει σε δυσμένεια από το Κόμμα και στην συνέχεια να εξοριστεί σε μια επαρχιακή πόλη στα βάθη των Ουραλίων, όπου και εκεί συμβαίνει αντίστοιχο έγκλημα. Το μυθιστόρημα είναι άμεσα συνδεδεμένο με πραγματικά γεγονότα και είναι ένα θρίλερ καταιγιστικής δράσης και σπαρακτική καταγραφή της τρομοκρατίας που επιβάλλουν στους λαούς οι ίδιες οι κυβερνήσεις τους.



Με το πρώτο του μυθιστόρημα ο συγγραφέας και σεναριογράφος Tom Rob Smith κατάφερε να είναι υποψήφιος για τα Βραβεία Booker και Costa Book Award το 2008. Το μυθιστόρημά του μάλιστα μεταφράζεται σε 25 γλώσσες και θα μεταφερθεί στον κινηματογράφο από τον σκηνοθέτη Ρίντλεϋ Σκοτ.

Η αναχώρηση - Νίκος Θέμελης




1823-1825. Στις δύσκολες στιγμές της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Λάζαρος Χατζημιχαήλ, στο τσιφλίκι του που δέσποζε στον κάμπο του Ναυπλίου, και ο Μισέλ Ντε Κριγιόν, φιλέλληνας, γιατρός, ταλαντεύονται ανάμεσα στα διλήμματα και στις αλλαγές της εποχής τους.
2009. Αθήνα, σε άλλες δύσκολες εποχές. Ο Λάζαρος Χατζημιχαήλ, απόγονος του πρώτου, ανώτερος δικαστικός, τη μέρα που συνταξιοδοτείται αναλογίζεται τη ζωή του. Θα τολμήσει και την αναχώρησή του;

Ο Νίκος Θέμελης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1998. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα:Η αναζήτηση (1998), Η ανατροπή (2000), Η αναλαμπή (2003), Για μια συντροφιά ανάμεσά μας (2005), Μια ζωή δυο ζωές (2007) και Οι αλήθειες των άλλων (2008). Το 2001 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και με το αντίστοιχο του περιοδικού Διαβάζω για την Ανατροπή.
Πέθανε στις 20 Αυγούστου 2011 έπειτα από μακρόχρονη μάχη με τον καρκίνο.

3η διοργάνωση της Λογοτεχνικής Σκηνής,


     Ανοίγει την Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου στις 7.30 το βράδυ και κλείνει  την Κυριακή 21/9 στο δημοτικό  θέατρο Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη».

      Πρόκειται για καταξιωμένους ποιητές (όπως ο Μιχάλης Γκανάς, ο Διονύσης Καρατζάς, ο Γιώργος Μαρκόπουλος και η Δήμητρα Χριστοδούλου, που έρχονται από την Αθήνα και την Πάτρα) αλλά και γνωστοί και νεότεροι συγγραφείς (από τη Θεσσαλονίκη, τη Βέροια, τη Δράμα, την Έδεσσα, την Καβάλα και την Κατερίνη).

       Μεταξύ των νεότερων είναι και συγγραφείς που έχουν εκδώσει μόλις ένα βιβλίο, ή δεν έχουν εκδώσει ακόμη κείμενά τους, ή εμφανίζονται για πρώτη φορά, συμμετέχουν όμως στο φεστιβάλ επειδή υποχρέωση ενός Δήμου είναι, μεταξύ άλλων, να δίνει βήμα από το οποίο να παρουσιάζονται και νέοι δημιουργοί, αυτοί που θα αποτελέσουν το μέλλον της λογοτεχνίας.

     Συγκεκριμένα, στη φετινή Λογοτεχνική Σκηνή θα πάρουν μέρος και θα διαβάσουν ποιήματα και μικρά πεζά τους (όπου δεν αναφέρεται τόπος διαμονής εννοείται η Θεσσαλονίκη) οι : Ένο Αγκόλι, Ρούλα Γεωργακοπούλου (Αθήνα), Κυριάκος Γιαλένιος, Μιχάλης Γκανάς (Αθήνα), Ειρήνη Γκόλτσιου (Κατερίνη), Άννα Γούλα, Άγγελος Ευθυμιάδης, Αρίστη Ζαΐμη, Γιάννης Καισαρίδης (Βέροια), Διονύσης Καρατζάς (Πάτρα), Γιώργος Κασαπίδης (Δράμα), Άννα Κουστινούδη, Στάθης Κοψαχείλης, Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, Σπύρος Λαζαρίδης, Γιώργος Μαρκόπουλος (Αθήνα), Τζένη Οικονομίδου, Δημήτρης Πέτρου (Δράμα), Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου, Θοδωρής Ρακόπουλος, Κρίτων Σαλπιγκτής, Σάκης Σερέφας, Θοδωρής Σαρηγκιόλης (΄Εδεσσα), Ζήσης Σαρίκας, Ντον Σκόφιλντ, Βαγγέλης Τασιόπουλος, Καίτη Στεφανάκη, Βασίλης Τσιαμπούσης (Δράμα), Τέλλος Φίλης, Κοσμάς Χαρπαντίδης (Καβάλα), Κώστας Χατζηκυριάκου, Ιγνάτης Χουβαρδάς, Δήμητρα Χριστοδούλου (Αθήνα).

      Τις αναγνώσεις αδημοσίευτων κυρίως λογοτεχνικών κειμένων συμπληρώνουν χορός, μουσική και μεικτές δράσεις: τις τρεις περφόρμανς, που φέτος είναι αφιερωμένες στον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου, έχουν αναλάβει ο Χάρης Πεχλιβανίδης και οι θεατρικές ομάδες «Ακτίς Αελίου» και «Αrs Moriendi».

       Στα μουσικά μέρη: Κώστας Βόμβολος, Παντελής Θεοχαρίδης, Γιώργος Καζαντζής, Δημήτρης Μαραμής, Γαβριήλ Νικάκος, Γιάννης Τσολακίδης, Νικίας Φονταράς.logotskini2014.jpg

     Τη Λογοτεχνική Σκηνή συντονίζει και διευθύνει ο Γιώργος Κορδομενίδης.

    Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η Λογοτεχνική Σκηνή είναι ένας νέος, φιλόδοξος θεσμός που δημιουργήθηκε το 2012 στο πλαίσιο του «Παρά θίν' αλός», του ανήσυχου φεστιβάλ του Δήμου Καλαμαριάς και προστέθηκε στους ήδη υπάρχοντες άξονες για τη μουσική και τα εικαστικά.

Μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα θα διοργανωθεί και ο (νεανικός) ποιητικός διαγωνισμός «Τhess Poetry Slam? 2014» και οι λεπτομέρειες θα ανακοινωθούν μέσα στο επόμενο διάστημα.

                 Τριάντα και πλέον συγγραφείς, από διάφορες πόλεις συμμετέχουν στη φετινή

wings of desire

               Μισοσκόταδο και ατμοσφαιρικός Βέντερς στο πατάρι της Μυσιρλού. Τελευταία εκδήλωση της χρονιάς 2013-2014 για τους bohemians. Καλό καλοκαίρι. Οι πόθοι των αγγέλων ποτέ μη λείψουν κι από εμάς τους θνητούς.
# Ο Έρνεστ Βίλχελμ "Βιμ" Βέντερς είναι Γερμανός σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας, συγγραφέας, φωτογράφος και κινηματογραφικός παραγωγός Βραβεύτηκε με Χρυσό Φοίνικα.

Στιγμές που θα θυμάμαι από τον Χωμενίδη

   απόπειρες καταγραφής της επίσκεψης του Χρήστου Χωμενίδη πριν οι μνήμες θολώσουν

Σχετικά με το βιβλίο μου η Φωνή :
-Χάρηκα που το επιλέξατε. Έχει καιρό να συμβεί. Την εποχή που γράφτηκε, ( Εστία 1998 ) δεν είχε ακόμη εκραγεί η φούσκα της ελληνικής καταναλωτικής ευφορίας. Δεν συμφωνώ ότι είμαι υπερβολικός. Όχι. Οι χαρακτήρες μου δεν είναι καρικατούρες. Η Ελληνική σκηνή στα media και την πολιτική είναι γεμάτη από σουρεαλισμό… Ήμασταν στα χρόνια που από την Αγγλία έρχονταν ανακοινώσεις για την διούρηση του πρωθυπουργού, οι τηλεοράσεις δείχνουν ένα μισοφαγωμένο σάντουίτς που άφησε ο Κοσκωτάς στο γραφείο του καθώς δραπετεύει με ένα κλειστό βαν, και από τότε, αν και έχει κυλίσει πολύ νερό στο αυλάκι δε θα δυσκολευτείτε να βρείτε περσόνες και ιστορίες αντίστοιχης ομορφιάς στα πράγματα…
-Ακούστε, πιστεύω ότι στην μετα-φεμινιστική εποχή η γυναίκα που θέλει να παίξει ηγετικό ρόλο στα πράγματα πρέπει να ενσωματώνει μερικά αντρίκια χαρακτηριστικά αν μου επιτρέπεται η καταχρηστική χρήση του όρου. Κάτω από αυτό το πρίσμα η Μυρτώ Παλάσκα είναι απλά μια γυναίκα που θέλει να κουμαντάρει τα πράγματα. Αληθοφανής ήρωας.  
-Έζησα ένα χρόνο στη Ρωσία. Το 1990. Ένα χρόνο πριν την κάθοδο της σημαίας της ΕΣΣΔ και την άνοδο της Ρώσικης στους ιστούς του Κρεμλίνου, βαδίζοντας τον 5ο χρόνο Γκορμπατσόφ και τον 4ο της Γκλάσνοστ ( διαφάνεια ελευθερία του τύπου ) συναναστράφηκα με αυτόν το λαό και έβγαλα το συμπέρασμα ότι αποτελούσε έναν κόσμο κυριολεξιών. Οι Ρώσοι τότε όλα τα αντιλαμβάνονταν ξερά ως έχουν. Είχαν χάσει κάθε δεξιότητα διαπραγματεύσεων λόγω του χρόνιου αποκλεισμού τους από την δυτικότροπη καταναλωτική συμπεριφορά. Μαζί με αυτό είχαν χάσει και τον ταλέντο να ελίσσονται. Ήταν μονοκόμματοι. Και το πιο άσχημο ήταν ότι τους είχε αφαιρεθεί επί μακρόν η δυνατότητα του αυτοπροσδιορισμού. Η ατομικότητα ήταν άγνωστη έννοια. Την ευθεία αυτή γραμμική συμπεριφορά έφερε ο Δώρος Μιχαηλίδης στο σάκο του, αφήνοντας τις τύχες του έρμαιο συγκυριών και ατόμων για το μεγάλο πρώτο διάστημα παραμονής του στην Ελλάδα. Δεν συμφωνώ ότι ήταν άβουλος, είχε στην αρχή την βεβαιότητα ότι δεν μπορείς να καθορίσεις τα πράγματα…
-Ο Δώρος έχει την εξέλιξη που θέλει, εγώ αισθάνομαι καλά με την έκβαση του βιβλίου μου, το θεωρώ καλό τέλος, επιλέγει ένα συναίσθημα που αναγνωρίζει και όχι κάτι αδιόρατο όπως η εκδίκηση μέσω του πλουτισμού. Αφού αυτός αγαπά, δεν τον ενδιαφέρει τι θα κάνουν οι άλλοι. Δεν είναι ιδιοτελής, είναι καθαρόαιμος με ένα Δονκιχωτικό τρόπο.
-Δεν μπορώ να επιλέξω αγαπημένα βιβλία μου. Ίσως το σπίτι και το κελί, ναι… Κάθε ένα από τα βιβλία μου έχει να κάνει με τα πράγματα που με έπνιγαν την στιγμή που γράφτηκε. Κάθε χρόνο είμαστε διαφορετικοί… Γράφω πολλές ώρες, καπνίζοντας… αν βάλεις τα τσιγάρα στη σειρά η γραμμή θα φτάσει στην Κίνα. Δεν υπάρχει μέσα μου αυτό που λέτε, ένας εσωτερικός λογοκριτής, υπήρξα ελεύθερος στην έκφραση από μικρό παιδί, ίσως περνώντας τα χρόνια να γίνομαι εκλεκτικότερος στη σκέψη. Η κύρια δουλειά του συγγραφέα είναι να σβήνει. Θεωρώ μια ημέρα γραφής πετυχημένη αν έχω 300 λέξεις στη σειρά ! Ναι δεν είμαι αυτό που λένε παραγωγικός. Κάνω επιμέλεια εκείνη την ώρα και τελικά με δυό καλές σελίδες είμαι ΟΚ.  Τελευταία επιλέγω ήσυχα καφέ με wifi και γράφω ακούγοντας μουσική.
-Θέλω να μου πείτε τα ονόματά σας και να σας κοιτάξω λίγο στα μάτια, μήπως μπορέσω να έχω την εικόνα σας καθώς διαβάζω τις ιστορίες μυστηρίου του βιβλίου σας. Γειά σου Βάντα, γειά σου Δέσποινα, γειά σου Μαρία…..
Σχετικά με τα δημόσια πράγματα :
-Παρεμβαίνω, ραδιοφωνικά, αρθρογραφώντας, με καυστικό τρόπο, με ενοχλεί η υπερβολή των πραγμάτων, η ένταση του πολιτικού διαλόγου, βρίσκω πολλές φορές τον μπελά μου αν και η νονά της κόρης μου, η Λένα Διβάνη, με έχει δασκαλέψει να είμαι προσεκτικός… Για παράδειγμα θεωρώ υπερβολική την χρησιμοποίηση του Γρηγορόπουλου. Όταν εξέφρασα την άποψή μου οι απαντήσεις περιείχαν το ρήμα «ψόφα» !  Θεωρώ υπερβολικό να έχουν το ίδιο κύμα αντίδρασης οι άνθρωποι και τα media στην απώλεια του αγαπημένου μου Σάκη Μπουλά και στην πιθανή μελλοντική ενός Μίκη θεοδωράκη. Δεν δυσκολεύομαι να τα λέω αυτά δημόσια. Τα πράγματα έχουν μια πραγματική και μια φτιαχτή υπόσταση.
-Δεν ζήσατε την Αθήνα των μεγάλων επεισοδίων. Εκείνες οι νύχτες μας σημάδεψαν όλους. Όταν κάηκε το Αττικόν και η Marfin είχα την μεγάλη ανάγκη να πάρω το παιδί μου και να πάω στην Κέρκυρα, τόπο καταγωγής της γυναίκας μου, έτοιμος να φύγω και παραπέρα…
-Με έχει τρομάξει ο τρόπος που διογκώνονται τα πράγματα στα social media. Υπάρχει ένα ανεξέλεγκτο τσουνάμι θυμού που είναι εύκολο μερικές φορές να κατέβει από τις οθόνες στο δρόμο. Κάποιες στιγμές αισθάνεσαι την ανάγκη να κρυφτείς… Ένα πρωί σηκώθηκα και είδα το κινητό μου να δέχεται δεκάδες κλήσεις. Είχε κυκλοφορήσει ότι αυτοκτόνησα. Είχα αφήσει μάλιστα τρία σημειώματα και η κηδεία μου θα γινόταν την Τετάρτη !!! Κατέφυγα στις αρχές και αντιμετώπισα αδυναμία… Οι server από τέτοια spam βρίσκονται στις ΗΠΑ και δεν είναι προσπελάσιμοι εκτός αν διαπραχθεί κακούργημα. Υπήρχε απόρρητο. Μια ιδιότυπη προστασία όποιου ανίκανου, αστοιχείωτου . πονηρού, φρενιασμένου ή δε ξέρω εγώ τι άλλο ατόμου επιτρέπει τα δημοσιεύματα να εξαφανίζουν υπολήψεις, ζωές, αξίες…
-Συμμετείχα στο χθεσινό TEDx @βλέποντας τελικά αρκετές από τις προσδοκίες μου να μην επαληθεύονται. Θα σας πω με ποια έννοια… αντιμετώπισα ένα νεανικό κοινό με μια κυρίαρχη αντίληψη – επιδίωξη να αντλήσει συμπυκνωμένη γνώση σαν ένα απίθανο μυστικό επιτυχίας. Κάποιοι  εισηγητές ζητούσαν από τον κόσμο να φωνάξει « μπορούμε να αλλάξουμε όλοι μαζί τον κόσμο » και είδα πολλές γροθιές υψωμένες. Ο ενθουσιασμός έχω την υποψία ότι δεν συνοδεύονταν από την αντίστοιχη επίγνωση. Θέλω να πω… σε ένα ιατρικό συνέδριο, κάποιος που απασχολεί ακροατές έχει επιστημονικά και με πολύ θυσία τεκμηριώσει κάθε ανακοίνωση η οποία έχει τον χαρακτήρα μύησης στις εξελίξεις. Τα success stories που μεταδίδονται με πρόσωπα φωτισμένα από έξαψη στα TEDx ίσως και να αντιπροσωπεύουν την ρηχή αντιμετώπιση των πραγμάτων, αυτό είναι το συμπέρασμά μου.
@ Η TED είναι μια Μη Κερδοσκοπική (ΜΚΟ) που κάνει συνέδρια με σκοπό τη διάδοση ιδεών που αξίζουν (Ideas Worth Spreading). Ξεκίνησε το 1984 με ένα συνέδριο με σκοπό να συνευρεθούν άνθρωποι της τεχνολογίας, της ψυχαγωγίας και του σχεδίου από εκεί προέρχεται και η ονομασία TED, Technology, Entertainment, Design. Από το 2006 οι ομιλίες είναι ελεύθερες στο διαδίκτυο με άδειες Creative Commons Αναφορά Δημιουργού - Μη εμπορική χρήση - Όχι παράγωγα έργα. Το Μάιο του 2013, πάνω από 1.500 ομιλίες είναι διαθέσιμες ελεύθερα στο διαδίκτυο. Μέχρι τον Ιανουάριο του 2009 τις είχαν δει 50 εκατομμύρια φορές. Τον Ιούνιο του 2011 είχαν ξεπεράσει τα 500 εκατομμύρια,[3] ενώ στις 13 Νοεμβρίου του 2012 οι θεάσεις των ομιλιών έφτασαν το 1 δισεκατομμύριο.Το TEDx είναι ένα πρόγραμμα σχεδιασμένο να δίνει σε κοινότητες, οργανισμούς αλλά και άτομα τη δυνατότητα να κάνουν συζητήσεις σε τοπικό επίπεδο. Διοργανώνοντας ανεξάρτητες εκδηλώσεις TEDx. Στην Ελλάδα TEDx έχουν γίνει ή είναι προγραμματισμένα για το 2013 σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Καλαμάτα, Ρόδο, Ηράκλειο και Σέρρες.

o Χρήστος Χωμενίδης 11/5 στις 1 το μεσημέρι μεταξύ μας


Την Κυριακή 11 Μαϊου 1 η ώρα το μεσημέρι καλωσορίζουμε στους bohemians τον νέο μας φίλο Χρήστο Χωμενίδη. Παρακάτω ένα σχόλιό του για το βιβλίο του.
Όπως φαίνεται για ακόμη μια φορά είμαστε καλά συγχρονισμένοι. Την επαφή με τον συγγραφέα ανέλαβε η Μαρία Παπαδοπούλου. Το βιβλίο του και το βιογραφικό του σχολιάζει ο Νίκος Μαριδάκης. Το νέο αίμα της ομάδας μας έχει αναλάβει δράση.  


η Φωνή
"Τοποθέτησα τους ήρωές μου σε αστραφτερά νεόπλουτα αλλά και σε αποπνικτικά μικροαστικά περιβάλλοντα, τους έβαλα να διασχίζουν την Αθήνα μέσα σε ταξί που αγκομαχούν και την ύπαιθρο μέσα σε τζιπ 4x4 που μαρσάρουν στη λάσπη, να συνωμοτούν μετρώντας πάκα με λεφτά και να πασχίζουν να αποδράσουν ακόμα και πεσμένοι στα γόνατα σε τουαλέτες μπαρ... Η "Φωνή" δεν επικεντρώνεται στον υπόκοσμο αλλά στον -ακαθόριστων διαστάσεων- ημίκοσμο που έδινε επί δεκαετίες τον τόνο στην κοινωνία μας. Στην ανθρώπινη πανίδα η οποία αποτελούνταν από επιχειρηματίες της αρπαχτής, αριβίστες της γειτονιάς, κορίτσια του γλεντιού που αντιμετώπιζαν το φύλο τους ως δώρο και συνάμα ως όχημα και αγόρια που έπρεπε να επανεφευρίσκουν τον ανδρισμό τους μέσα σε συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες..." Χρήστος Χωμενίδης