Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

Η αδυναμία απόλαυσης της διαδικτυακής λογοτεχνίας


1. Οι αχανείς κειμενοθήκες
Διάκειμαι θετικότατα απέναντι σε οιοδήποτε κείμενο. Ακόμα περισσότερο με γοητεύει η αναζήτηση και ο εντοπισμός ενός αξιανάγνωστου κειμένου ακόμα και στις πιο απίθανες πηγές. Έχω απολαύσει περίφημα κείμενα σε «επαρχιακά» λογοτεχνικά ή άλλα περιοδικά, σε τοπικά έντυπα, σε άγνωστες εκδόσεις. Ένα λογοτέχνημα μπορεί να κρύβεται σε στήλες εφημερίδας, επιστημονικά εγχειρίδια, θεατρικά προγράμματα, μπροσούρες, φυλλάδια, φανζίν, ακόμα και σε επαγγελματικές επιθεωρήσεις και τεχνικά φυλλάδια. Κανένα είδος φετιχισμού εδώ – απλώς επιτείνεται η αίσθηση μιας περιπετειώδους αναζήτησης, η τέρψη μιας απρόβλεπτης ανακάλυψης: το συναρπαστικό κείμενο είναι πανταχόθεν αλιεύσιμο! Η αχανής διαδικτυακή κειμενοθήκη πολλαπλασίασε τους δυνάμει τόπους ανασκαφής: ιστοσελίδες, blogs, φόρα, ηλεκτρονικά περιοδικά, portals. Εννοείται πως πάνω απ’ όλα και σε κάθε περίπτωση παραμένουν τα κριτήρια που έχω διαμορφώσει ως (φλογισμένος) αναγνώστης. Γιατί λοιπόν στον τομέα της «ηλεκτρονικής» ελληνικής λογοτεχνίας, και ιδίως της πεζογραφίας, τα ευρήματα είναι τόσο πενιχρά και η ικανοποίησή μου σχεδόν ανύπαρκτη;
2. Μια λογοτεχνία διαδικτυωμένη: δικαιολογημένη. Δικαιωμένη;
Μιλάω για την Λογοτεχνία στο Διαδίκτυο, ή, καλύτερα, την Διαδικτυωμένη (ή Διαδικτυακή) Λογοτεχνία. Οι όροι είναι κάπως συγκεχυμένοι αλλά, τουλάχιστον, ο δεύτερος εστιάζει περισσότερο στην ιδιότητά της κατάθεσης και ανάρτησής της στο ιντερνετικό άυλο, ενώ ο πρώτος μοιάζει να αφορά γενικά κι αόριστα την παρουσία της στον κυβερνοχώρο, με οποιαδήποτε μορφή, π.χ. κριτική, παρουσίαση κλπ. Κάπως έτσι μας μπέρδεψε και ο εξίσου ευρύς όρος «λογοτεχνικά ιστολόγια», ενώ ακόμα πιο άστοχος «βιβλιοφιλικά ιστολόγια», που επικεντρώνει στο μέσον (με υποψίες, κι εδώ, φετιχισμού) και όχι στο περιεχόμενο. Με την ίδια λογική όλοι όσοι αγαπούν τη μουσική πρέπει να λέγονται … δισκόφιλοι ή σιντόφιλοι, τα δε «μουσικά» ιστολόγια … σιντοφιλικά ιστολόγια.
3. Η άστοργος δωρεά
Ποιο είναι το πρώτο, υποτίθεται ελκυστικό στοιχείο στην λογοτεχνία αυτής της μορφής; Η ευθεία και αδιαμεσολάβητη εγχείριση του κειμένου από τον συγγραφέα προς τον αναγνώστη, χωρίς την μεσιτεία του εκδοτικού οίκου, συνεπώς χωρίς τη βάσανο και το βασανιστήριο της έγκρισης και αποδοχής από τους εμπλεκόμενους της εκδοτικής διαδικασίας· χωρίς, με άλλα λόγια, την εξάρτηση από πλείστα άλλα πρόσωπα. Πρόσωπα που συχνά κάνουν άριστα τη δουλειά τους αλλά και εξίσου συχνά αποτελούν τυχαίες και ακατάλληλες παρουσίες που ασκούν την μικροεξουσία τους απορρίπτοντας χειρόγραφα ή ζητώντας ανταλλάγματα. Για να μην αναφερθούμε στην δεδομένη κοστολόγηση, δηλαδή επιβάρυνση του ίδιου του δημιουργού για την έκδοση του έργου του. Αρκεί όμως αυτή η προσφορά (που δεν στοιχίζει «υλικά» στον αναγνώστη, ούτε βέβαια και στον συγγραφέα) για να στέρξει κανείς με ζέση να διαβάσει το προσφερόμενο κείμενο;
Προσπαθώ να κάνω κάποιες συσχετίσεις με μια αντίστοιχη αίσθηση, καθώς αναπόφευκτα όλες οι ελεύθερες προσβάσεις σε πολιτισμικά προϊόντα ρίχνονται προς βράση στο ίδιο καζάνι. Έχοντας αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου στην ακρόαση πλείστων «ειδών» μουσικής, στεκόμουν πάντοτε καχύποπτος απέναντι σε κάθε εταιρική υπογραφή, ομπρέλα, περιορισμό. Όλοι οι μεσολαβητές, στην ουσία επιχειρηματίες ή έμποροι, ευνόητα επέλεγαν τα προϊόντα τους κυρίως με επιχειρηματικά – εμπορικά κριτήρια. Έτσι όσοι στραφήκαμε στις λεγόμενες ανεξάρτητες εταιρείες βρήκαμε εκεί σε μεγάλο βαθμό αυτό που ψάχναμε, μέχρι να γίνουν κι αυτές στάτους, με τους ίδιους ακριβώς κανόνες (εξ ου και οι αστείες ταμπέλες: είδος μουσικής: «εναλλακτικό» (!), κατάλογος επιτυχιών «indie» (!) – σαν μια Β΄ Εθνική). Συνεπώς το επόμενο βήμα για όσους είδαν την γελοιότητα της κατάστασης αλλά και για όσους έμειναν έξω από την θαλπωρή των εταιριών, στράφηκαν στο διαδίκτυο, πολλαπλασίασαν τις επιλογές μας, διεύρυναν τα γούστα μας, έλκυσαν και έθελξαν.
Στην αρχή απολαύσαμε την «ελεύθερη διακίνηση των πνευματικών προϊόντων» (τουλάχιστο στο βαθμό που ο ίδιος ο καλλιτέχνης είχε το όφελος κι όχι οι αναρίθμητοι ενδιάμεσοι), μετά πνιγήκαμε απ’ την πληθώρα της υπερπροσφοράς και κυρίως από την έλλειψη ποιότητας που, όπως παντού, υπήρχε κι εδώ. Βρεθήκαμε ανάμεσα στις συμπληγάδες της άπειρης ποσότητας και της δύσμοιρης ποιότητας. Πολύ χειρότερα στη λογοτεχνία η εξεύρεση του θελκτικού έργου μέσα στο διαδίκτυο απαιτεί ακόμα περισσότερο χρόνο και άπειρες δοκιμές σε αμφίβολης ποιότητας γραπτά μέχρι να καταλήξεις. Και μάλιστα, μια και πλέον μιλάμε για διαδικτυακό χρόνο που ο καθένας καθημερινά διαθέτει σε συγκεκριμένη ποσότητα εν μέσω απειράριθμων επιλογών, πώς μπορεί κανείς να αφιερώσει μέρος του σε τέτοιες αναγνώσεις; Η μουσική μπορεί να ακουστεί ευκαιριακά, συγκυριακά, δοκιμαστικά – εννοείται προτού δούμε πως μας αφορά, συνεπώς της δώσουμε μια πρόκριση. Κατά πόσο είναι δυνατόν η λογοτεχνία να διαβάζεται φευγαλέα; Κατά πόσο μπορεί κανείς εν μέσω διαφόρων δραστηριοτήτων να διαβάσει στα πεταχτά 2-3 μυθιστορηματικές παραγράφους; Μπορούμε, άραγε, αυτό ακριβώς να αποφύγουμε, να γίνει δηλαδή αυτό το είδος να αποτελέσει μια «δεύτερη» κατηγορία λογοτεχνίας;
4. Η μυρωδιά τους με κάνει να λέω…
Είναι η ίδια η φύση του ηλεκτρονικού μέσου, που, προσωπικά, με εκβιάζει σε ταχύρρυθμη ανάγνωση, σε μια αίσθηση κυνηγημένης προσοχής, σε μια προσπάθεια να ξεπετάξω στα γρήγορα οποιοδήποτε κείμενο, να περιοριστώ στα βασικά του, για να πάω στα χιλιάδες επόμενα. Με υποχρεώνει να πολλαπλασιάσω τον χρόνο μου στην καρέκλα του γραφείου, το δε χέρι μου λειτουργεί μόνο του, το δάχτυλο βρίσκεται διαρκώς στο Page Down – είναι το ίδιο χέρι που ντρέπεται να ξεφυλλίσει στα γρήγορα τις σελίδες των βιβλίων αλλά δεν έχει κανένα πρόβλημα να κυλήσει το ποντίκι προς τα κάτω ή προς οπουδήποτε αλλού. Κάθε διαδικτυακό κείμενο εμπεριέχει την βιαστική ανάγνωσή του, λες και αποτελεί μέρος της «φύσης» του. Η δυνατότητα άμεσης αποθήκευσης σε φάκελο ή, ακόμα ταχύτερα, η εντοίχιση στα «αγαπημένα» για μελλοντική χρήση αποτελεί μια πρόσθετη θνησιγενή ιδιότητα – «ας το αφήσουμε εκεί για άλλη φορά!». Όσο γρήγορα εντάσσεται σε αυτό το εκεί, τόσο εύκολα θα σβηστεί σε κάποιο ξεκαθάρισμα. Και η λίστα με τα αγαπημένα δεν αποτελεί γοητευτική βιβλιοθήκη. Αρκεί – κι εδώ – ένα απειροελάχιστο ποσοστό δευτερολέπτου για να την ρίξει στο πυρ το εξώτερο. Ιδού ο μεγάλος αυτονόητος αντίπαλος των ψηφιακών γραπτών: το πλήκτρο.
Ίσως παραμένω παραδοσιακός αναγνώστης (ενώ έχω αντικαταστήσει δεκάδες άλλες δραστηριότητες με την ηλεκτρονική τους διάσταση: το μέιλ αντί τηλεφώνου, την γραπτή εξομολόγηση αντί της προφορικής κλπ.). Αισθάνομαι πως ένα βιβλίο, ακόμα κι αν το πλησιάσουμε με αρνητική διάθεση, βρίσκεται πάντα εκεί. Διεκδικεί ένα δεύτερο ξεφύλλισμα, μια διαφορετική συγκυρία αναγνωστικής ετοιμότητας. Το διαδικτυακό κείμενο σε περιμένει στον χώρο του, αλλά τα μάτια σου θα προσπεράσουν πολύ ευκολότερα το δικό του ράφι, που λέγεται address. Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για την συμμετοχή αισθήσεων και συναισθημάτων στην επαφή με το παραδοσιακό βιβλίο αλλά και σχετικά με την ηλεκτρονική ή την παραδοσιακή ανάγνωση εν γένει που δεν χρειάζεται να επεκταθώ.
5. Η εξύμνηση του αυτονόητου
Το μεγαλύτερο μέρος της διαδικτυωμένης ελληνικής λογοτεχνίας θέλγει και θέλγεται από μια αυτάρεσκη εσωστρέφεια. Έχοντας εξ ορισμού δεδομένες τις κατακτήσεις της «ανεξαρτησίας», της ελευθερίας κινήσεων και έκφρασης και της αμεσότητας, αρκείται στην αίγλη τους και διεκδικεί την προσοχή του αναγνώστη ακριβώς και μόνο λόγω του πρωτότυπου μέσου. Ιδού, φωνάζει, η προσωπική μου έκφραση αυτοπροσώπως, ιδού το προϊόν μου, αγνό και αδιαμεσολάβητο, νομιμοποιούμενο, συνεπώς, να αποκτήσει την προσοχή σου. Οι ίδιες οι προσκλήσεις ανάγνωσης, έτσι όπως διατυπώνονται, μοιάζουν να εστιάζει στα νέα τούτα ήθη: «Διαβάστε το νέο μου μυθιστόρημα, ελεύθερο σε τούτη τη σελίδα! Κατεβάστε εδώ το πρώτο κεφάλαιο! Τυπώστε το σε μορφή pdf!». Φαντάζομαι αν υπήρχε διαδικτυακή διαφήμιση με τους όρους της τηλεόρασης, τι σποτάκια θα είχαμε να υποστούμε! Προς τι τα θαυμαστικά; Για ποιο λόγο ακριβώς θα έπρεπε να ανταποκρινόμαστε στον ενθουσιασμό του λογοτέχνη; Επειδή μας προσφέρει το (αυτονόητο στο διαδίκτυο) δωρεάν έργο του; Σπανίζει η απλή υποδήλωση, η διακριτική γνωστοποίηση, μια σεμνή πρόταση ανάγνωσης. Και πολύ περισσότερο εδώ είναι εμφανής η έλλειψη που παρατηρείται και στις διάφορες παρουσιάσεις βιβλίων σε κοινωνικούς χώρους: κανείς δεν μας λέει για ποιο λόγο θα έπρεπε να το διαβάσουμε, σε τι μας αφορά, ποια θέματα πραγματεύεται. Ούτε καν ο ίδιος ο συγγραφέας, πόσο βασανίστηκε για να το γράψει, πώς το σκέφτηκε, τι διαόλους αντιμετώπισε, πόσο τον ταλαιπώρησε, από ποιες αναγνώσεις έχει περάσει, ποιος αναγνώστης είναι. Ένας λόγος παραπάνω εδώ! Του δίδεται μια πρωτοφανής ευκαιρία να προσπεράσει την σιωπή των μέσων, την ανυπαρξία συζητήσεων με συγγραφείς, εκδιδόμενους ή ανέκδοτους, να μιλήσει για το έργο του κι εκείνος απλώς το πετάει στην αρένα.
6. Νέα φόρμα: παρακαλώ περιμένετε
Πολύ περισσότερο, εδώ μοιάζει να χάνεται μια άλλη ευκαιρία. Η διαδικτυακή φύση μπορεί πραγματικά να προσφέρει μια νέα λογοτεχνική φάρμα, κοινώς μια διαφορετική λογοτεχνική φόρμα. Φωτογραφίες αλλά και βίντεο (ακόμα και δημιουργημένα επί τούτου) μπορούν να σταθούν δίπλα στο κείμενο, όχι ως δευτερεύοντα στοιχεία εμπλουτισμού αλλά ως ισότιμοι συνομιλητές. Σύνδεσμοι, directories, sub-directories, ηλεκτρονικές παραπομπές και συσχετίσεις μπορούν να πολλαπλασιάσουν τα είδωλά του και να οδηγήσουν σε πολλαπλάσιους λογοτεχνικούς ή άλλους τόπους, που μπορεί να υποδέχονται τον αναγνώστη κατ’ επιλογή του. Όπως σε κάθε βιβλιοθήκη κάθε βιβλίο μπορεί και πρέπει να οδηγεί σε άλλα βιβλία, έτσι και το κάθε κείμενο μπορεί να ανοίγει διαδρόμους προς άλλα κείμενα, είτε του ίδιου του λογοτέχνη (που μπορεί εκεί να περιλαμβάνει, ενδεικτικά, διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας, προβληματισμούς, σημειώσεις, δευτερεύουσες ιδέες, πρόσθετες αναπτύξεις κ.ο.κ.) είτε όχι. Για όλα αυτά, η διαδικτυακή φόρμουλα αποτελεί τον άριστο χώρο και πλείστοι συγγραφείς στο εξωτερικό το γνωρίζουν καλά.
7. Καταναγκαστικά έργα
Πολλά ιντερνετικά λογοτεχνικά κείμενα, εξάλλου, συχνά αποπνέουν απόρριψη από εκδοτικούς οίκους (υποδεικνύοντας άθελά τους πλην απλόχερα τους λόγους αυτής της απόρριψης) ή απεγνωσμένη επιθυμία να αποτελέσουν όχημα προβολής, δικτύωσης, απόκτησης κοινωνικού προσώπου, ή προσωπικής αυτοέκφρασης (που ορθώς αφορά τον δημιουργό αλλά εμάς καθόλου, γιατί δεν είναι δυνατό να είμαστε διαρκώς διαθέσιμοι υποδοχείς της έκφρασης του καθενός). Το κυριότερο όμως είναι πως συχνότατα πρόκειται για κείμενα χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η περιδιάβαση σε τέτοιες λογοτεχνικές σελίδες έχει τα ίδια αποτελέσματα με την τυχαία λήψη ενός βιβλίου από ένα οποιοδήποτε ράφι βιβλιοπωλείου. Πόσες πιθανότητες έχεις να σε αφορά άμεσα, πόσες πιθανότητες να σε αρπάξει απ’ το μυαλό μια σελίδα, μια φράση;
Υπάρχει δε μια ιδιαίτερη κατηγορία διαδικτυωμένων κειμενογράφων (δεν γράφω λογοτεχνών), που χαρακτηρίζονται από μια λυσσασμένη, μανιασμένη επιθυμία να δημοσιευτούν σε όσο γίνεται περισσότερες ιστοσελίδες. Σε βομβαρδίζουν από παντού. Ακόμα θυμάμαι μερικούς γραφικούς τύπους που στην απεγνωσμένη τους επιθυμία να δημοσιοποιήσουν τις ασυνάρτητες μπούρδες τους τις έστελναν (σεντόνι ολόκληρο) ως δήθεν σχόλια σε ιστολογικές μου αναρτήσεις. Ακόμα κι αν κάποιο κείμενο αξίζει μια ανάγνωση, και μόνο το γεγονός ότι ο αυτουργός του το επιβάλλει με τέτοιο τρόπο, το κατευθύνει αμέσως στον κάλαθο της ανακύκλωσης. Σαν να έρχεται ο οιοσδήποτε να σου τρίβει στη μούρη το νέο του γραπτό. Και ακόμα χειρότερα: να επιβάλλει την παρουσία του στον δικό σου χώρο. Ας ξεκαθαριστεί μια για πάντα: ένα ιστολόγιο και μια προσωπική ηλεκτρονική σελίδα δεν αποτελούν το (περι)πατητήριο του καθενός. Άλλωστε διόλου τυχαία πολλές τέτοιες περιπτώσεις βρίσκουν ως φυσικό τους χώρο το facebook. Η γνωστοποίηση ενός κειμένου, ούτως ή άλλως, είναι, βέβαια, θεμιτή. Αλλά ποιος θα είχε το σθένος να αποκλείσει τα σχόλια που θα ακολουθήσουν («Τι ωραία που τα λες») και τα απειράριθμα «Μου αρέσει»; Κανείς.
7. Οι εξαίρετες εξαιρέσεις
Όπως είναι ευνόητο, οι παραπάνω σκέψεις δεν επιδιώκουν ούτε ενδιαφέρονται να ενδυθούν οιαδήποτε αξιολογική – αντικειμενική κρίση. Πρόκειται για μια απόλυτα προσωπική αναγνωστική εμπειρία, που άλλωστε έχει και τις εξαιρέσεις της. Υπάρχουν πράγματι και στον κυβερνοχώρο ενδιαφέροντα κείμενα, γραφές, τρόποι, ύφη. Είναι όμως η αναλογία αποκαρδιωτική.
Η ποίηση στο διαδίκτυο αποτελεί μια άλλη ιστορία. Σαφώς και υπόκειται σε όλους τους προαναφερθέντες κινδύνους, καχυποψίες, ερμηνείες και παρερμηνείες. Υπάρχει όμως μια διαφορά: ένα ποίημα αναρτημένο στο διαδίκτυο επιζητεί αλλιώς την προσοχή σου, την διεκδικεί και την αρπάζει διαφορετικά, εκεί τα αισθήματα λειτουργούν ακαριαία, η ανατροφοδότηση μπορεί να συμβεί και σε κλάσματα δευτερολέπτου. Άλλωστε η ποίηση είναι δραματικά αποκλεισμένη από τα βιβλιοπωλεία, ο αναγνώστης υποχρεούται να σκύψει το κεφάλι του σε περιορισμένο αριθμό ραφιών για να ευθυγραμμιστεί με τις ισχνές ράχες των ποιητικών συλλογών, η μερίδα της κριτικής προσοχής είναι πολύ μικρότερη. Συνεπώς εδώ «δικαιωματικά» διεκδικεί ένα «δικαιολογημένο» (τι άκομψη λέξη!) μερίδιο προσοχής.
Ούτε βέβαια αναφερόμαστε στην δευτερογενή παρουσίαση ήδη εκδοθείσας λογοτεχνίας, όπως π.χ. αποσπάσματα από έργα, ανθολογημένα κομμάτια, σύντομα διηγήματα, επανεγγραφές παλαιότερων κειμένων κλπ. που αναδημοσιεύονται σε πολλούς δικτυότοπους και τα οποία αποτελούν αυτόνομες προτάσεις, που δεν στέκονται απλώς αυτοτελώς απέναντι στον επισκέπτη τους αλλά και αποτελούν προτάσεις περαιτέρω ανάγνωσης του έργου του, ανοίγματα χαραμάδας προς αυτό. Αλλά ήδη βρεθήκαμε σε άλλα χωράφια.
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24 (χειμώνας 2010 – 2011), αφιέρωμα: 2001-2010: τα πρώτα δέκα χρόνια. [Ενότητα: On Line Λογοτεχνία, σ. 36-41]. Στις φωτογραφίες, 6 αναγνώστες που επιμένουν στην χάρτινη λογοτεχνία.