Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

Η τελευταία απόφαση

Της Βάσιας Αλτιπαρμάκη


     Τικ, τοκ, τικ τοκ μετρούσα τα δευτερόλεπτα. Άλλα 120, άλλα 60, 20, 10, 1… και σε αυτό το τελευταίο δευτερόλεπτο στάθηκα για μια ανάσα που κράτησε για μια αιωνιότητα ή έτσι μου φάνηκε. Και ξαφνικά πέρασε και αυτό και χάθηκε μαζί με τα αδέλφια του. Αλλά για κάποιο λόγο δε μπόρεσα να το αφήσω να εξαφανιστεί σαν τα άλλα. Αποφάσισα να το ακολουθήσω για να ανακαλύψω επιτέλους που πάνε τα χαμένα δευτερόλεπτα. Ίσως στο κόσμο των χαμένων πατρίδων, των χαμένων δουλειών, των χαμένων ευκαιριών, των χαμένων ερώτων… Ίσως εκεί να άνηκα και εγώ αφού το τελευταίο διάστημα ένιωθα όλο και πιο χαμένη. Χαμένη στον κόσμο μου θα το έλεγαν πολλοί, χαμένοι στη μετάφραση το λέω εγώ. Όπως και να την αποκαλέσετε την κατάσταση μου, σημασία έχει πως βιαζόμουν να ακολουθήσω το χαμένο δευτερόλεπτο πριν εξανεμιστεί.
      Και τότε άκουσα μια γλυκιά φωνή να μου ψιθυρίζει «Και αν δεν είμαι χαμένο;» Και εκείνη τη στιγμή με αγκάλιασαν και με διαπέρασαν μονομιάς 31,536,000 δευτερόλεπτα, άλλα χαμένα και άλλα κερδισμένα.
     Χαμένα όταν άκουσα την πόρτα να κλείνει και δεν έκανα τίποτα για να τον σταματήσω, όταν δεν πάτησα το send φοβούμενη την απόρριψη, όταν ξεκινούσα έναν καβγά και ας είχα άδικο, όταν ήμουν έτοιμη να πω «συγγνώμη» αλλά το άφηνα για αργότερα γιατί πάντα υπήρχε χρόνος…
      Και κερδισμένα, όταν άνοιξα την αγκαλιά μου, όταν χόρεψα ένα τελευταίο χορό, όταν την κάλεσα για ένα «γεια» που θα κρατούσε μία ώρα και ας με κυνηγούσαν προθεσμίες, όταν χαμογέλασα…
      «Κερδισμένο ή χαμένο, εσύ αποφασίζεις», άκουσα πάλι την φωνή πριν σβήσει και με αφήσει μετέωρη μεταξύ δυο δευτερολέπτων, ενός που είχε ήδη φύγει και ενός που βρισκόταν ήδη στο δρόμο. Τικ άκουσα και πρόλαβα να δω το δείκτη του ρολογιού να μετακινείται. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ήδη τελειώσει. Κοίταξα για μια τελευταία φορά το ρολόι και έκλεισα το μάτι στο χρόνο που έφευγε, αποφασισμένη στον επόμενο απολογισμό δευτερολέπτων να δηλώσω κέρδος και όχι ζημία. 

το πιο αργό δευτερόλεπτο


       του Περικλή Μηλώση

     Το πιο αργό δευτερόλεπτο είναι εκείνο που ακολουθεί το γδούπο μιας πόρτας που κλείνει.

   Η πλάτη της ήταν ακόμη διάστιχτη από τα φιλιά του. Τα φιλιά φυτεύουν λέξεις στο σώμα. Εκείνη που τα δέχεται γίνεται νουβέλα, μικρή ιστορία που μπορεί να ειπωθεί εκατό φορές και αυτοί που θα το ακούνε να κρέμονται από τα χείλη εκείνου που είναι ο τυχερός αφηγητής. Τα φιλιά φυτεύουν λέξεις στο σώμα. Εκείνη που τα δέχεται γίνεται ένα μεθυστικό τραγούδι. Οι στίχοι του στέλνονται από άνθρωπο σε άνθρωπο με χίλια μέσα, με sms και με μπουκάλια στο νερό. Με σημειώματα σε μπαρμπρίζ και με λόγια που τα αναπαράγει ένας ανύποπτος αυτόματος τηλεφωνητής.

   Εκείνος είχε χείλη που καίνε. Δεν υπήρχε θεραπεία για τούτο το κάψιμο. Δε μπορούσε να πιεί νερό και να το σβήσει. Ούτε να το τραβήξει από το δέρμα με ποτισμένα βαμβάκια μπορούσε. Το μόνο που μπορούσε ήταν να αποφασίσει αν μπορούσε να ζήσει με μια τέτοιας έντασης κάψα στα χείλη. Φυσικά και μπορούσε ! Ήταν είκοσι δύο.

   Εκείνη δε σάλευε. Φοβόταν την αντίδραση που θα πυροδοτούσε μια λάθος κίνηση. Φοβόταν το δευτερόλεπτο που θα συναντιόντουσαν τα μάτια. Δεν είχε βιογραφικό που να της επιτρέπει μια προσευχή. Αποφάσισε λοιπόν να περιμένει με κομμένη την ανάσα.

   Εκείνος περπάτησε ξυπόλυτος. Είχε προσευχηθεί για μια σιωπή. Γύρισε και κοίταξε προς το κρεβάτι. Η ανάσες της ήταν τώρα αργές προκαλώντας στα σεντόνια εκείνο τον νωχελικό παφλασμό που οι ιστιοπλόοι βαφτίζουνε βουβαμάρα. Η προσευχή του ήταν όπως συνήθως καταλυτική. Είχε ένα καλό βραχύ βιογραφικό.

   Η Νάντια άνοιξε τα μάτια. Έριξε κορώνα γράμματα, γυρίζω / δε γυρίζω. Έπεσε  «δε γυρίζω» . Ποτέ δεν ήταν καλή με τις λέξεις. Ό,τι της είχε απομείνει να απλώσει, το είχε απλώσει εμπρός του στο σκοτάδι, σαν να ήταν η τελευταία της οντισιόν . Χωρίς να κρατήσει ένα απόθεμα ασφαλείας. Εκείνη αφού, μόνον έτσι λειτουργούσε...Και πριν και τώρα στα σαρανταεφτά.

   Εκείνος ακούστηκε να μαζεύει από το πάτωμα ρούχα. Μετά ακούστηκε να τα φορά. Και μετά ένας ανεπαίσθητος ήχος στο μαξιλάρι πίσω της.  

   Η Νάντια έκλεισε τα μάτια, τόσο σφιχτά, που τα πρώτα δάκρυα ούτε που το σκέφτηκαν να κυλήσουν έξω. Μέσα στο κεφάλι της η ορχήστρα που υποδέχεται τον βιστουόζο, τον σολίστα, το λόρδο Πανικό, άρχισε να παίζει κι όλας την εισαγωγή. Βιολιά και κύμβαλα. 

   Δεν ακούστηκε τίποτε άλλο. Τίποτε που να μπορεί να υπερκεράσει τους ήχους μέσα της. Όταν η Νάντια γύρισε είδε μονάχα το πίσω μέρος μιας σκαλιστής ολόλευκης πόρτας που απομακρύνεται. Και μετά έφτασε στα αυτιά της ο γδούπος. Στο μαξιλάρι υπήρχε το πιο ηλίθιο, γαμημένα ηλίθιο τριαντάφυλλο. Σε αντίθεση με ένα sms που απλώς το σβήνεις, ένα τριαντάφυλλο μπορείς να το γλεντήσεις. Η Νάντια είχε ξαναδεί πόρτα να κλείνει αλλά κάθε φορά, κάθε φορά ευχόταν να μη δει και τριαντάφυλλο.

   Ένα τριαντάφυλλο μπορείς να το φτύσεις. Μπορείς να το πετάξεις στον τοίχο, πολλές φορές, μετά να φορέσεις παπούτσια και να το ποδοπατήσεις, μετά να βάλεις τα πέταλα σε τασάκι και να τους ανάψεις φωτιά, μπορείς να το μασήσεις ή να το τρίψεις στο multi, μπορείς να το κόψεις με το ψαλιδάκι κομφετί.

    Άκουσε τον γδούπο της πόρτας να επιστρέφει από το μπάνιο. Ήταν η αντήχηση των μεγάλων γδυμένων δωματίων που μπορείς να νοικιάσεις με την ώρα στο κέντρο της πόλης. Κάθε σπουδαίος ήχος αναπαράγεται σπαραχτικά σε τούτα τα μεγάλα γδυμένα δωμάτια που μπορείς να νοικιάσεις με την ώρα στο κέντρο της πόλης. Και η φυγή των εραστών αναπαράγεται σπαραχτικά σε τούτα τα μεγάλα γδυμένα…

     Εκείνος ήταν ήδη στο δρόμο. Είχε κάνει το λιγότερο δυνατό θόρυβο αλλά ο ήχος του φάνηκε και πάλι εκκωφαντικός. Ο Ήχος από την πόρτα που κλείνει. Τον έτρεπε πάντα σε μια άταχτη φυγή. Μέχρι να μπει στο ασανσέρ αισθάνθηκε ότι τα δευτερόλεπτα μετρούσαν αιώνες.

     Η Νάντια κοίταζε ακόμη το τριαντάφυλλο στο μαξιλάρι. Υπάρχει πιο βάναυσο σουβενίρ ; Από εραστή που σε έχει μόλις απορρίψει, ένα τριαντάφυλλο ως ένα σύμβολο συμπονετικής μακροθυμίας ; Το πήρε και το μύρισε. Το μαξιλάρι φυσικά. Ύστερα το άφησε πάνω από το τριαντάφυλλο γιατί η Νάντια τώρα δεν ήταν η Νάντια των πρώτων άγουρων δεσμών. Θέλω να πω, ποια μεσήλικη τσαλαπατάει τριαντάφυλλα στις ξένες μοκέτες ; Για μια στιγμή νόμισε ότι ξαναάκουσε, τρίτη φορά τον ίδιο γδούπο. Έκανε λάθος. Όλες οι πόρτες ήτανε κλειστές.  Κυριολεκτικώς.

      Το πιο αργό δευτερόλεπτο είναι εκείνο που ακολουθεί άλλη μια πόρτα που κλείνει.

Βασιλόπιτα στις 9 Γενάρη

Ραντεβού με το νέο έτος στο πατάρι του cafe Μισυρλού.  Γράψτε από μια παράγραφο με μια ιδιαίτερη ευχή σε ένα port it για να τα μοιράσουμε με τα κομμάτια της πίτας. Ο ευρών το φλουρί θε κερδίσει το επόμενο βιβλίο μας .
 

τελευταίο ραντεβού για το 2016

...μια συνήθεια που κρατάει περισσότερο από τις κολώνιες
   Ευχές για το 2017 και ανταλλαγή δώρων με τραγούδι και μεζέδες ... στο ζυθεστιατόριον ΤΑΚΑΝΤΟΥΜ (Αγίου Μηνά 1, άνω Λαδάδικα ). 

Για τον ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗ

Μια εντυπωσιακά καλογραμμένη μαθητική εργασία (στο project της ερευνητικής εργασίας τάξεων του Λυκείου) από μαθήτριες του Α΄ Λυκείου Μοιρών (Νομού Ηρακλείου): ΕΔΩ

Και μερικά μεζεδάκια.

Παράσταση


ΣΥΝΑΥΛΊΑ ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ "ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ" ΠΟΥ ΔΟΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 21-8-2007. ΣΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ, ΘΕΑΤΙΚΟ ΑΝΑΛΟΓΙΟ, Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ.ΕΔΩ


Ο αφορισμός

Σχετικά με τον "αφορισμό", Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Αποφθέγματα

  • Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβάμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος.
  • Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα.
  • Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.
  • Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
  • Αφεντικό σε συμπαθώ πάρα πολύ. Έχεις τα πάντα εκτός από λίγη τρέλα και όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται λίγη τρέλα... Αλλιώς δεν μπορεί να σπάσει το σκοινί και να ελευθερωθεί.

Το πεζογραφικό έργο του Ν.Κ. (18 Φεβρουαρίου 1883 – 26 Οκτωβρίου 1957)

  • Όφις και Κρίνο [με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή], χ.ε., Αθήνα, 1906
  • Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Τυπ. Δημητράκου, Αθήνα, 1946
  • Ο Καπετάν Μιχάλης, Μαυρίδης, Αθήνα, 1953
  • Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Δίφρος, Αθήνα, 1954
  • Ο τελευταίος πειρασμός, Δίφρος, Αθήνα, 1955
  • Τόντα-Ράμπα, μετάφρ. Γιάννη Μαγκλή, Δίφρος, Αθήνα, 1956
  • Ο φτωχούλης του Θεού, Δίφρος, Αθήνα, 1956
  • Ο Βραχόκηπος, μετάφρ. Παντελή Πρεβελάκη, Εστία, Αθήνα, 1960
  • Αναφορά στον Γκρέκο, Τυπ. Κωνσταντινίδη, Αθήνα 1961
  • Οι αδερφοφάδες, χ.ε., Αθήνα, 1963


Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ. Ολόκληρο το βιβλίο!



Με ένα κλικ εδώ, έχετε στη διάθεσή σας ολόκληρο το "σκανδαλώδες" βιβλίο του Καζαντζάκη που πραγματεύεται τη ζωή του Χριστού. Μόλις το αρχείο pdf φορτωθεί, μπορείτε να το κατεβάσετε στον υπολογιστή και να το μεταφέρετε στην ταμπλέτα ή στο κινητό σας! (Πάνω δεξιά υπάρχει η ετικέτα "Download document").




Αλέξης Ζορμπάς: Ο μυθιστορηματικός αντι-καθρεπτισμός του μεγάλου λογοτέχνη


(Από την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 17/11/2013)

Το Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά δεν είναι μια αληθινή ιστορία φιλίας ανάμεσα στον Γιώργη Ζορμπά και τον Νίκο Καζαντζάκη· το έργο του Κρητικού συγγραφέα αποτελεί την περιγραφή γεγονότων μιας πλασματικής μυθιστορηματικής φιλίας ανάμεσα στον Ζορμπά και στον συγγραφέα-αφηγητή: μιας σχέσης που αποκαλύπτεται ως καθρεπτισμός του ίδιου του Καζαντζάκη στους ήρωές του.
Αλέξης Ζορμπάς: Ο μυθιστορηματικός αντι-καθρεπτισμός του μεγάλου λογοτέχνη
Ο Νίκος Καζαντζάκης με εξαιρετική συγγραφική μαεστρία κατάφερε να συνθέσει μια επική μυθιστορία στην οποία περιγράφονται έννοιες ανθρώπινα σημαντικές όπως φιλία, ανθρωπότητα, πατρίδα, φυλή, ζωή, ελευθερία, θεός. Ο Μύθος του Αλέξη Ζορμπά προσπαθεί να αντισταθεί στη ματαιότητα του ακραίου εθνικισμού και του ανθρωποφάγου πολέμου. Στο πρόσωπο του Αλέξη Ζορμπά καθρεπτίζεται η Ελλάδα· τα μάτια του πλημμυρίζουν με Φως Ελληνικό· τα χείλη του γεύονται Γεύσεις Ελληνικές· τα αυτιά του διακατέχονται με Ηχους Ελληνικούς· η μύτη του ευωδιάζει με Μυρωδιές Ελληνικές: θάλασσα-φως, ελιές-κρασί, χορός-ρυθμός, γιασεμί-θάλασσα. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αποκαλύπτεται μια εκστατική έκφραση ελληνικότητας με κεντρικό άξονα τη φιλία δύο αντρών στην αέναη αναζήτηση άλυτων φιλοσοφικά γόρδιων δεσμών.
Η λογοτεχνική προσέγγιση του έργου αποτελεί μια διπολική εξομολόγηση σε αναπαράσταση. Στον έναν πόλο βρίσκεται ο Ζορμπάς και στον άλλο ο Συγγραφέας: το ενδιάμεσο διάστημα διακατέχεται από τη λογοτεχνική ασάφεια που προσδιορίζουν τον χαρακτήρα και τις σκέψεις των ηρώων. Μια εξομολόγηση σε σκηνές, μια αναφορά σε περιγραφές, μια θεατρική δημιουργία σε αυτοσχεδιασμούς ως ένα πραγματικό παραμύθι ελληνικότητας, ακόμη και ως ένα φανταστικό αποτύπωμα ταξιδιωτικών εντυπώσεων ανάμεσα στη ζωή και στο πνεύμα.
Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος αποκαλύπτονται μέσα από το διπολικό συνεχές του ίδιου ανθρώπου: του Καζαντζάκη. Στον έναν πόλο βρίσκεται ο Καζαντζάκης ως Συγγραφέας όπως θα ήθελε να είναι. Στον άλλο πόλο βρίσκεται ο άλλος Καζαντζάκης ως Ζορμπάς όπως αντρώνεται μέσα του: σηκώνει το κεφάλι, προσπαθεί να φτάσει τον Αλλο εαυτό του, να τον ξεπεράσει και να τον λυτρώσει. Ο Ζορμπάς είναι ένας άνθρωπος που αγαπά την πράξη· είναι αδιάβαστος αλλά πλούσιος σε γνώσεις που πηγάζουν από τις εμπειρίες της ζωής. Ο Συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος που αγαπά τη θεωρία· είναι διαβασμένος και πλούσιος σε γνώσεις που πηγάζουν από τα βιβλία αλλά παρ’ όλα αυτά μαθητεύει δίπλα στον αδιάβαστο σύντροφό του.

Από τη μία πλευρά, έχουμε τον Συγγραφέα ως εκπρόσωπο της θεωρίας, της γνώσης, του πνεύματος, της διανόησης, που χαρακτηρίζεται από ασκητική εγκράτεια, διακατέχεται από σοβαροφάνεια και εκφράζεται με υψηλό ύφος· από την άλλη πλευρά, έχουμε τον Ζορμπά ως οπαδό της πράξης, της πείρας, του σώματος, της ύλης, που ξεχειλίζει από ανθρώπινη φιληδονία, αντιδρά με αυθορμητισμό και αποτυπώνεται με ταπεινό ύφος. Ο Συγγραφέας αποτελεί σύμβολο της πνευματικής ύπαρξης και ο Ζορμπάς είναι το σύμβολο της πραγματικής ζωής· μιας ζωής που κυλάει σαν ένα ορμητικό ποτάμι μέσα από τον χαρακτήρα του Ζορμπά· δεν συγκρατείται και δεν εμποδίζεται, δεν ξεκόβεται και δεν περιθωριοποιείται από την καθολική ροή του κόσμου: ο άνθρωπος ζει μία μόνο φορά· ή ζει λοιπόν ή δεν ζει!
Ο Καζαντζάκης κατάφερε να συνθέσει μια ιδιότυπη πνευματική αυτοβιογραφία του, πραγματοποιημένη με δύο πρόσωπα: τον τύπο του ανθρώπου (ο Συγγραφέας) που θεωρητικά είναι ή που θα ήθελε να είναι και τον τύπο του άλλου ανθρώπου (ο Ζορμπάς) που φέρει εν δυνάμει μέσα του και δεν μπορεί να τον ζήσει. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης φροντίζει να περιγράψει την άποψή του σχετικά με το έργο του: «ο Ζορμπάς ήταν κυρίως διάλογος ενούς καλαμαρά και ενούς μεγάλου ανθρώπου του λαού· διάλογος μεταξύ του δικηγόρου Νου και της μεγάλης ψυχής του λαού». Υπερθεματίζοντας με την άποψη του συγγραφέα-δημιουργού, το μυθιστόρημα αποτελεί πραγματικά έναν διάλογο του ενδότερου και του εξώτερου κόσμου ενός ανθρώπου· μια συνομιλία ανάμεσα στην καρδιά και στο μυαλό, της φαντασίας και του πραγματικού, του ασυνείδητου και του συνειδητού, του ανύπαρκτου και του υπαρκτού· μια συζήτηση ανάμεσα στο Εγώ και στο Αλλο Εγώ: του Εαυτού και του Αλλου Εαυτού· μια επικοινωνία ειδώλων που φανερώνει τον αντι-καθρεπτισμό του ίδιου ανθρώπου, του ίδιου προσώπου, του ίδιου του συγγραφέα.

Το βιβλίο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά αποτελεί ένα από τα πλέον γνωστά έργα του Νίκου Καζαντζάκη τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και στο εξωτερικό. Η διεθνής απήχηση και η διαχρονική ανταπόκριση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη αποδεικνύεται από την πληθώρα των εκδόσεών του σε ξένες γλώσσες, που δίκαια αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ελληνες λογοτέχνες ο οποίος καθιερώνεται ως ο πλέον πολυμεταφρασμένος Νεοέλληνας συγγραφέας παγκοσμίως.
Από τη μία πλευρά στις ξένες εκδόσεις, το μυθιστόρημα ο Ζορμπάς λαμβάνει το 1954 το βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος που εκδόθηκε στη Γαλλία. Μέχρι σήμερα έχει μεταφραστεί στις ακόλουθες γλώσσες: Αγγλικά, Αλβανικά, Αραβικά, Βιετναμέζικα, Βουλγαρικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Δανικά, Εβραϊκά, Εσθονικά, Ιαπωνικά, Ισλανδικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Καταλανικά, Κινεζικά, Κορεατικά, Κροατικά, Λιθουανικά, Νορβηγικά, Ουγγρικά, Ουκρανικά, Ολλανδικά, Περσικά, Πολωνικά, Πορτογαλικά, Ρουμανικά, Ρωσικά, Σερβοκροάτικα, Σινγκαλέζικα, Σλοβακικά, Σλοβενικά, Σουηδικά, Τουρκικά, Τσέχικα, Φιλανδικά, στην ομιλούμενη γλώσσα της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, στην ομιλούμενη γλώσσα του Λουξεμβούργου και στην ομιλούμενη γλώσσα της Νότιας Αφρικής.
.

ξέρετε ότι...

όταν ο Νικόλας βρήκε την ωραία Ελένη του

Το ΕΚΕΒΙ έχει καταγράψει περισσότερες από 580 εκδόσεις μεταφρασμένου Καζαντζάκη σε όλο τον κόσμο ; Και η εξάπλωση συνεχίζεται ;

Το Βατικανό ενέγραψε τον Τελευταίο Πειρασμό στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων το 1954 ; Και οτι ο Καζαντζάκης τηλεγράφησε στο Βατικανό την φράση του Τερτυλλιανού "ad tuum, Domine, tribunal appello" στο Δικαστήριό Σου, Κύριε, εγείρω έφεση ;

Το "Ελληνικό Κράτος" διεξήγαγε αγωνιώδη καμπάνια για να μην επιλεγεί ο μεγάλος μας συγγραφέας για το Νόμπελ Λογοτεχνίας ; 

Ο Νίκος Καζαντζάκης μετάφρασε στα ελληνικά διασκευασμένη την Μάγια τη Μέλισσα του Μπόνσελς (1931) ανάμεσα σε πολλά άλλα παιδικά αναγνώσματα της παγκόσμιας βιβλιοθήκης, με ιδιαίτερη εστίαση στον Ιούλιο βέρν ;