Πόσοι αναγνώστες επισκέφτηκαν το blog μας ;

Η τελευταία απόφαση

Της Βάσιας Αλτιπαρμάκη


     Τικ, τοκ, τικ τοκ μετρούσα τα δευτερόλεπτα. Άλλα 120, άλλα 60, 20, 10, 1… και σε αυτό το τελευταίο δευτερόλεπτο στάθηκα για μια ανάσα που κράτησε για μια αιωνιότητα ή έτσι μου φάνηκε. Και ξαφνικά πέρασε και αυτό και χάθηκε μαζί με τα αδέλφια του. Αλλά για κάποιο λόγο δε μπόρεσα να το αφήσω να εξαφανιστεί σαν τα άλλα. Αποφάσισα να το ακολουθήσω για να ανακαλύψω επιτέλους που πάνε τα χαμένα δευτερόλεπτα. Ίσως στο κόσμο των χαμένων πατρίδων, των χαμένων δουλειών, των χαμένων ευκαιριών, των χαμένων ερώτων… Ίσως εκεί να άνηκα και εγώ αφού το τελευταίο διάστημα ένιωθα όλο και πιο χαμένη. Χαμένη στον κόσμο μου θα το έλεγαν πολλοί, χαμένοι στη μετάφραση το λέω εγώ. Όπως και να την αποκαλέσετε την κατάσταση μου, σημασία έχει πως βιαζόμουν να ακολουθήσω το χαμένο δευτερόλεπτο πριν εξανεμιστεί.
      Και τότε άκουσα μια γλυκιά φωνή να μου ψιθυρίζει «Και αν δεν είμαι χαμένο;» Και εκείνη τη στιγμή με αγκάλιασαν και με διαπέρασαν μονομιάς 31,536,000 δευτερόλεπτα, άλλα χαμένα και άλλα κερδισμένα.
     Χαμένα όταν άκουσα την πόρτα να κλείνει και δεν έκανα τίποτα για να τον σταματήσω, όταν δεν πάτησα το send φοβούμενη την απόρριψη, όταν ξεκινούσα έναν καβγά και ας είχα άδικο, όταν ήμουν έτοιμη να πω «συγγνώμη» αλλά το άφηνα για αργότερα γιατί πάντα υπήρχε χρόνος…
      Και κερδισμένα, όταν άνοιξα την αγκαλιά μου, όταν χόρεψα ένα τελευταίο χορό, όταν την κάλεσα για ένα «γεια» που θα κρατούσε μία ώρα και ας με κυνηγούσαν προθεσμίες, όταν χαμογέλασα…
      «Κερδισμένο ή χαμένο, εσύ αποφασίζεις», άκουσα πάλι την φωνή πριν σβήσει και με αφήσει μετέωρη μεταξύ δυο δευτερολέπτων, ενός που είχε ήδη φύγει και ενός που βρισκόταν ήδη στο δρόμο. Τικ άκουσα και πρόλαβα να δω το δείκτη του ρολογιού να μετακινείται. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ήδη τελειώσει. Κοίταξα για μια τελευταία φορά το ρολόι και έκλεισα το μάτι στο χρόνο που έφευγε, αποφασισμένη στον επόμενο απολογισμό δευτερολέπτων να δηλώσω κέρδος και όχι ζημία. 

το πιο αργό δευτερόλεπτο


       του Περικλή Μηλώση

     Το πιο αργό δευτερόλεπτο είναι εκείνο που ακολουθεί το γδούπο μιας πόρτας που κλείνει.

   Η πλάτη της ήταν ακόμη διάστιχτη από τα φιλιά του. Τα φιλιά φυτεύουν λέξεις στο σώμα. Εκείνη που τα δέχεται γίνεται νουβέλα, μικρή ιστορία που μπορεί να ειπωθεί εκατό φορές και αυτοί που θα το ακούνε να κρέμονται από τα χείλη εκείνου που είναι ο τυχερός αφηγητής. Τα φιλιά φυτεύουν λέξεις στο σώμα. Εκείνη που τα δέχεται γίνεται ένα μεθυστικό τραγούδι. Οι στίχοι του στέλνονται από άνθρωπο σε άνθρωπο με χίλια μέσα, με sms και με μπουκάλια στο νερό. Με σημειώματα σε μπαρμπρίζ και με λόγια που τα αναπαράγει ένας ανύποπτος αυτόματος τηλεφωνητής.

   Εκείνος είχε χείλη που καίνε. Δεν υπήρχε θεραπεία για τούτο το κάψιμο. Δε μπορούσε να πιεί νερό και να το σβήσει. Ούτε να το τραβήξει από το δέρμα με ποτισμένα βαμβάκια μπορούσε. Το μόνο που μπορούσε ήταν να αποφασίσει αν μπορούσε να ζήσει με μια τέτοιας έντασης κάψα στα χείλη. Φυσικά και μπορούσε ! Ήταν είκοσι δύο.

   Εκείνη δε σάλευε. Φοβόταν την αντίδραση που θα πυροδοτούσε μια λάθος κίνηση. Φοβόταν το δευτερόλεπτο που θα συναντιόντουσαν τα μάτια. Δεν είχε βιογραφικό που να της επιτρέπει μια προσευχή. Αποφάσισε λοιπόν να περιμένει με κομμένη την ανάσα.

   Εκείνος περπάτησε ξυπόλυτος. Είχε προσευχηθεί για μια σιωπή. Γύρισε και κοίταξε προς το κρεβάτι. Η ανάσες της ήταν τώρα αργές προκαλώντας στα σεντόνια εκείνο τον νωχελικό παφλασμό που οι ιστιοπλόοι βαφτίζουνε βουβαμάρα. Η προσευχή του ήταν όπως συνήθως καταλυτική. Είχε ένα καλό βραχύ βιογραφικό.

   Η Νάντια άνοιξε τα μάτια. Έριξε κορώνα γράμματα, γυρίζω / δε γυρίζω. Έπεσε  «δε γυρίζω» . Ποτέ δεν ήταν καλή με τις λέξεις. Ό,τι της είχε απομείνει να απλώσει, το είχε απλώσει εμπρός του στο σκοτάδι, σαν να ήταν η τελευταία της οντισιόν . Χωρίς να κρατήσει ένα απόθεμα ασφαλείας. Εκείνη αφού, μόνον έτσι λειτουργούσε...Και πριν και τώρα στα σαρανταεφτά.

   Εκείνος ακούστηκε να μαζεύει από το πάτωμα ρούχα. Μετά ακούστηκε να τα φορά. Και μετά ένας ανεπαίσθητος ήχος στο μαξιλάρι πίσω της.  

   Η Νάντια έκλεισε τα μάτια, τόσο σφιχτά, που τα πρώτα δάκρυα ούτε που το σκέφτηκαν να κυλήσουν έξω. Μέσα στο κεφάλι της η ορχήστρα που υποδέχεται τον βιστουόζο, τον σολίστα, το λόρδο Πανικό, άρχισε να παίζει κι όλας την εισαγωγή. Βιολιά και κύμβαλα. 

   Δεν ακούστηκε τίποτε άλλο. Τίποτε που να μπορεί να υπερκεράσει τους ήχους μέσα της. Όταν η Νάντια γύρισε είδε μονάχα το πίσω μέρος μιας σκαλιστής ολόλευκης πόρτας που απομακρύνεται. Και μετά έφτασε στα αυτιά της ο γδούπος. Στο μαξιλάρι υπήρχε το πιο ηλίθιο, γαμημένα ηλίθιο τριαντάφυλλο. Σε αντίθεση με ένα sms που απλώς το σβήνεις, ένα τριαντάφυλλο μπορείς να το γλεντήσεις. Η Νάντια είχε ξαναδεί πόρτα να κλείνει αλλά κάθε φορά, κάθε φορά ευχόταν να μη δει και τριαντάφυλλο.

   Ένα τριαντάφυλλο μπορείς να το φτύσεις. Μπορείς να το πετάξεις στον τοίχο, πολλές φορές, μετά να φορέσεις παπούτσια και να το ποδοπατήσεις, μετά να βάλεις τα πέταλα σε τασάκι και να τους ανάψεις φωτιά, μπορείς να το μασήσεις ή να το τρίψεις στο multi, μπορείς να το κόψεις με το ψαλιδάκι κομφετί.

    Άκουσε τον γδούπο της πόρτας να επιστρέφει από το μπάνιο. Ήταν η αντήχηση των μεγάλων γδυμένων δωματίων που μπορείς να νοικιάσεις με την ώρα στο κέντρο της πόλης. Κάθε σπουδαίος ήχος αναπαράγεται σπαραχτικά σε τούτα τα μεγάλα γδυμένα δωμάτια που μπορείς να νοικιάσεις με την ώρα στο κέντρο της πόλης. Και η φυγή των εραστών αναπαράγεται σπαραχτικά σε τούτα τα μεγάλα γδυμένα…

     Εκείνος ήταν ήδη στο δρόμο. Είχε κάνει το λιγότερο δυνατό θόρυβο αλλά ο ήχος του φάνηκε και πάλι εκκωφαντικός. Ο Ήχος από την πόρτα που κλείνει. Τον έτρεπε πάντα σε μια άταχτη φυγή. Μέχρι να μπει στο ασανσέρ αισθάνθηκε ότι τα δευτερόλεπτα μετρούσαν αιώνες.

     Η Νάντια κοίταζε ακόμη το τριαντάφυλλο στο μαξιλάρι. Υπάρχει πιο βάναυσο σουβενίρ ; Από εραστή που σε έχει μόλις απορρίψει, ένα τριαντάφυλλο ως ένα σύμβολο συμπονετικής μακροθυμίας ; Το πήρε και το μύρισε. Το μαξιλάρι φυσικά. Ύστερα το άφησε πάνω από το τριαντάφυλλο γιατί η Νάντια τώρα δεν ήταν η Νάντια των πρώτων άγουρων δεσμών. Θέλω να πω, ποια μεσήλικη τσαλαπατάει τριαντάφυλλα στις ξένες μοκέτες ; Για μια στιγμή νόμισε ότι ξαναάκουσε, τρίτη φορά τον ίδιο γδούπο. Έκανε λάθος. Όλες οι πόρτες ήτανε κλειστές.  Κυριολεκτικώς.

      Το πιο αργό δευτερόλεπτο είναι εκείνο που ακολουθεί άλλη μια πόρτα που κλείνει.

Βασιλόπιτα στις 9 Γενάρη

Ραντεβού με το νέο έτος στο πατάρι του cafe Μισυρλού.  Γράψτε από μια παράγραφο με μια ιδιαίτερη ευχή σε ένα port it για να τα μοιράσουμε με τα κομμάτια της πίτας. Ο ευρών το φλουρί θε κερδίσει το επόμενο βιβλίο μας .
 

τελευταίο ραντεβού για το 2016

...μια συνήθεια που κρατάει περισσότερο από τις κολώνιες
   Ευχές για το 2017 και ανταλλαγή δώρων με τραγούδι και μεζέδες ... στο ζυθεστιατόριον ΤΑΚΑΝΤΟΥΜ (Αγίου Μηνά 1, άνω Λαδάδικα ).